Καμικάζι

[ Θεολόγος Σερέτης / Ελλάδα / 08.02.20 ]

Είχε κι άλλες κατηφόρες το χωριό. Αλλά σαν κι εκείνη καμιά. Ήταν η Κατηφόρα, με κάπα κεφαλαίο. Μεγάλη, γύρω στα τριακόσια μέτρα, τρομακτική, απότομη με κατακόρυφη κλίση. Καμικάζι την αποκαλούσαμε. Κάπου στη μέση διασταυρώνονταν με το μεγάλο δρόμο που περνούσαν τ’ αμάξια και το λεωφορείο. Στην κορυφή της δίναμε ραντεβού με τα ποδήλατα. Η πρόκληση μεγάλη, μόνο για τολμηρούς. Να την κατεβείς με φουλ πετάλι και –κυρίως- δίχως φρένα. Τότε μονάχα λογαριαζόσουνα για άντρας. Τσιλιαδόρος δεν στεκόταν στην διασταύρωση με την κεντρική οδό. Το ’παιζες κορώνα-γράμματα, καμικάζι στην κυριολεξία. Χρόνια δεν το αποφάσιζα. Ώσπου μια μέρα την είδα απέναντι, στο μπαλκόνι του σπιτιού της να με κοιτάζει. Πάλεψαν μέσα μου ο φόβος κι η ομορφιά της. Σήκωσα κι απόθεσα το πόδι στο πετάλι. Μου φάνηκε πως χαμογέλασε.

-Χωρίς φρένα; Ρώτησα την παρέα.

-Χωρίς φρένα, μου το δήλωσαν ξεκάθαρα. Πήρα φόρα και ξεκίνησα. Στρίγγλιζε το ποδήλατο καθώς χιμούσε σαν λυσσασμένο σκυλί στην κατηφόρα. Ίσα που πρόλαβα να δω το λεωφορείο που ερχόταν κορνάροντας καταπάνω μου στην διασταύρωση. Έστριψα απότομα το τιμόνι και από την τρομάρα μου καρφώθηκα στο φράχτη του γωνιακού σπιτιού, μέσα στα βάτα. Σηκώθηκα μες στα αίματα, στο πρόσωπο, στα χέρια, στα γόνατα. Το ποδήλατο είχε στραπατσαριστεί. Δεν μ’ ένοιαζε όμως.  Είχα γίνει άντρας. Και προπάντων, είχα κλέψει το χαμόγελο της.