Η μαύρη μπίλια με το νούμερο οκτώ

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 02.06.18 ]

Τα άγουρα καλοκαίρια μου στα μπιλιάρδα του Αλέκου σύχναζα. Όταν έκλεινε το ένα σχολείο, άνοιγε το άλλο. Οχτάμπαλο να παίξουμε με τη γνωστή παρέα. Τεμπεσίρια και πετσιά, ξύστρες και πουγκί με πούδρα για το χέρι. Και τα κακά κορίτσια, πυγολαμπίδες που θαυμάζουν τη δεξιοτεχνία μας.

Την στέκα πάνε χρόνια που δεν την ξανάπιασα. Για λόγους αδιευκρίνιστους που μόνο το ασυνείδητο γνωρίζει. Και με την αγοροπαρέα σπάσαμε και δεν ξανανταμώσαμε. Μάθαμε όμως πως το σπάσιμο γίνεται πάντα με τη λευκή τη μπίλια. Και το παιχνίδι παίζεται με όλες τις μπίλιες, τις μονές και τις διπλές. Και τέσσερις τουλάχιστον μπίλιες αν δεν ακουμπήσουν σε σπόντα, είναι φάουλ. Μάθαμε κι άλλα. Φερ’ ειπείν, η απόλαυση του παιγνιδιού προϋποθέτει την ξεκάθαρη δήλωση κανόνων που οι ίδιοι βάζαμε και απαρέγκλιτα τους τηρούσαμε. Όποιος τους παραβίαζε αυτομάτως έβγαινε από το παιγνίδι.

Γι’ αυτό και η γραφή είναι δηλωτό παιγνίδι· δηλώνεις πριν παίξεις ότι η τάδε μπίλια θα πάει στην τάδε τσέπη*. Έτσι εξηγείται γιατί ανέκαθεν με στοίχειωνε η μαύρη μπίλια με το νούμερο οκτώ. Αυτήν από μικρός κυνηγούσα με τη στέκα στα χέρια. Κι ακόμα την κυνηγώ. Αλλά αυτή διαρκώς μου ξεφεύγει.

*τσέπη: η τρύπα στο μπιλιάρδο