Αδιάβατα ποτάμια

[ Γιώτα Αναγνώστου / Κόσμος / 21.09.21 ]

Όταν πηδούσα με ορμή μες στο ποτάμι, και μούσκευα ρούχα και παπούτσια χοροπηδώντας μαζί με τα κατσίκια, αδιαφορώντας που λίγο παραπέρα ήταν λυσιά και θα μπορούσε αυτό το αυτοσχέδιο γεφύρι να με περάσει απέναντι στεγνή και να γλιτώσω και της μάνας την κατσάδα, δεν φανταζόμουνα πως είναι δα και δύσκολο ένα ποτάμι να διαβείς.

Κρούσταλλο το νερό και γλιστερές οι πέτρες κι όλο ρίζες από πλατάνια και μαύρες πέστροφες, κάποια κυρά θα κοπανούσε τις βελέντζες, ο μυλωνάς θα φόρτωνε το αλεύρι και τα παιδιά θα βάζαν ίσως το καρπούζι –χειμωνικό το λέγαμε- στη γούρνα να κρυώσει.

Εύκολο ήταν να περάσω το ποτάμι. Μόνο νεράιδες του νερού και ξωτικά το πέρασμα φυλούσαν για να το κάνουν όμορφο, παραμυθένιο και τις γιορτές παραποτάμια πανηγύρια με κλαρίνα και βιολιά να σιγοντάρουν του νερού του ρέοντος τον ήχο.

Εύκολο ήταν να περάσω το ποτάμι, σαν παιχνίδι παιδικό. Δεν με περίμεναν καβαλαραίοι απέναντι με χουγιατά και με τριχιές να με γυρίσουν πίσω.

Πώς γίναν τώρα τα ποτάμια αδιάβατα;

Τι γίναν τα γεφύρια;