Άιστοι και άπυστοι

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 17.11.19 ]

Στην εμβληματική και βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χριστόφορου Μηλιώνη «Καλαμάς και Αχέροντας», υπάρχει ένα διήγημα-στοχασμός για τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά –τελευταίο στη σειρά- και σίγουρα στη σκιά των άλλων κειμένων. Όταν το πρωτοδιάβασα το 1985 στην έκδοση της «Στιγμής», να πω την αλήθεια, δεν το πολυπρόσεξα. Θες η ηλικία, θες η αναγνωστική επιπολαιότητα, το προσπέρασα και το ξέχασα. Από πέρυσι, που το ξαναδιάβασα στην έκδοση της «Κίχλης» (με το εξαιρετικό επίμετρο), δεν λέω να το αφήσω από τα χέρια μου.

Λοιπόν το διήγημα (και όχι μόνο) «Εν γενεά και γενεά» τοποθετείται στα χρόνια της δικτατορίας. Σαραντάρηδες οι άνθρωποι της γενιάς του συγγραφέα συναντιούνται με τους μακρυμάλληδες και γενάτους νέους που σε λίγο θα πρωταγωνιστήσουν στα γεγονότα του Φλεβάρη και του Νοέμβρη. Ο ώριμος πια συγγραφέας στο τέλος του κειμένου –με το δωρικό του λόγο- προβαίνει σε έναν de profundis απολογισμό. Ας τον ακούσουμε:

«Γιατί φαντάζομαι –το ελπίζω δηλαδή- πως εκείνο που μας προσδιόρισε ήταν η εποχή που γεννηθήκαμε. Όταν γύρω μας συμβαίνανε αυτά που «οι άλλοι», οι μεγαλύτεροί μας, ονομάζουν «κοσμογονία», εμείς δεν είχαμε ηλικία να μπορούμε να δούμε τις βαθύτερες, τις πραγματικές διαστάσεις τους. Ήρθαν ύστερα τα χρόνια που όχι μόνο δεν προσφέρονταν για ηρωισμούς, αλλά μήτε καν για διαλογισμούς που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μ’ εκείνα τα καυστικά πρώτα συνθετικά, εκείνα τα «κρυπτο-» και τα «φιλο-» ή και το δήθεν άκακο «συμπαθών». Σου τα σταμπάρανε ανεξίτηλα σαν το νούμερο στο μπράτσο του Εβραίου κι άντε ύστερα να ’χεις πρόσωπο να πας «να βγάλεις χαρτιά». Η μόνη βεβαιότητα ήταν ο άδοξος εξευτελισμός.

Έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου το κακό δευτέρωσε για μας. Βρέθηκαν ξαφνικά ανάμεσά μας, σχεδόν «ανεπαισθήτως» που θα ‘λεγε ο ποιητής, οι νεότεροι, και δειλά στην αρχή, ύστερα πιο θαρρετά, άρχισαν κι αυτοί να λένε «η γενιά μας» - η γενιά του Πολυτεχνείου. Είναι αλήθεια πως αυτοί χωρίς την έπαρση ή το δραματικό τόνο «των πρώτων μεταπολεμικών», αλλά με μια σιγουριά – οι αγαθοί! – και μια ηρεμία που σου καρφώνεται πιο οδυνηρά στο τύμπανο. Γιατί αυτοί σχεδόν παιδιά, κι εσύ ο ώριμος, που θα ’πρεπε να ήσουν «ο έτοιμος από καιρό κι ο θαρραλέος» κ.τ.λ. κ.τ.λ. Κι όταν δεν μπορείς να βρεις εσύ το δίκιο σου, τι να σου κάνουν οι άλλοι; Το μόνο πια που μας απομένει, πέρα από το mea culpa, είναι ν’ αρχίσουμε κι εμείς να λέμε «η γενιά μας», κι όχι για άλλο λόγο, αλλά για να μη μείνουμε και δίχως όνομα κι αφανιστούμε ολότερα- άιστοι, άπυστοι, μια γενιά χαμένη στην κυριολεξία».

Ομολογώ, δεν έχω διαβάσει πιο εύστοχο κείμενο για τη γενιά του Πολυτεχνείου και για τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Ο Μηλιώνης –κουβαλώντας αναπόφευκτα μια βαριά φιλολογική σκευή- κλείνει το κείμενό του ανασύροντας από το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας τις λέξεις «άιστοι» και «άπυστοι». Η πρώτη, προερχόμενη από το ἰδ- του ὁρῶ, σημαίνει «αόρατοι», «άφαντοι», «άγνωστοι». Και η δεύτερη από το ρήμα «πυνθάνομαι» σημαίνει «άγνωστοι», αυτοί για τους οποίους κανείς δεν γνωρίζει τίποτα.

Σκέφτομαι τη δική μου γενιά (όσοι γεννηθήκαμε πάνω κάτω πριν από τη Δικτατορία). Που έζησε τον απόηχο εκείνων των χρόνων. Που φοβήθηκε την επιστράτευση του ’74, μη χάσει τους γονείς της. Που πορεύτηκε μαζί με κάτι άλλα παιδιά, τον Κουμή και την Κανελλοπούλου και τον Καλτεζά κι άκουσε τις σφαίρες και τα γκλοπ να σφυρίζουν στον αέρα. Που κάθε Νοέμβρη σήκωνε τα πανό και πορευόταν για την Πατησίων και πιο μετά για την Αμερικάνικη πρεσβεία – «Φονιάδες των λαών…». Που πολιτικοποιήθηκε τα μάλα στα σχολεία και στα Πανεπιστήμια. Που μετά βολεύτηκε κι αυτή. Που τώρα κουνάει το δάχτυλο και σκύβει το κεφάλι στις κανονικότητες και τις αναγκαστικότητες…

Για τη γενιά μου λέω. Για τη γενιά μου. Άιστη και άπυστη.