Τζέιμς Τζόις, ένας σύγχρονος Οδυσσέας

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 03.02.22 ]

«Ω, γύρνα, γύρνα πίσω Έριν, Μίλυ, μη, μη με λησμόνει μη, γυναίκα της Μίλητος... Γιατί με πότισες φαρμακωμένο γάλα; Έσβησες το φεγγάρι και τον ήλιο απ’ τα μάτια μου αφήνοντάς με ολομόναχο μες στους πικρούς δρόμους της πιο φαρμακωμένης νύχτας. Κι ούτε καν με φίλησες... Λησμονιάρα, ξεχασιάρα Έριν...». Κείμενο από τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς, ενός έργου που γράφτηκε σε τρεις πόλεις -Τεργέστη, Ζυρίχη, Παρίσι-, τότε που ο Τζόυς ήταν «ριγμένος στα βράχια», όπως ο ομηρικός ήρωας.

Ο Τζέιμς Τζόυς γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου του 1882 στο Δουβλίνο σε μία μάλλον τυπική Ιρλανδική οικογένεια, της οποίας αποτελούσε το μεγαλύτερο σε ηλικία από τα συνολικά δέκα παιδιά. Ο πατέρας του ήταν αντικληρικός και φιλελεύθερος, ενώ η μητέρα του φανατική καθολική.

Η οικογένειά του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εύπορη, αλλά το 1891, εξαιτίας των κακών οικονομικών χειρισμών σε συνδυασμό με τον αλκοολισμό του πατέρα του, οδηγήθηκε στην πτώχευση. Ο Τζόυς παρά το θρησκευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο σπούδασε, σε ηλικία δεκαέξι ετών αρνήθηκε τον καθολικισμό.

Τον Απρίλιο του 1903 τού έγινε γνωστό πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο. Ο θάνατός της συνέβη λίγους μήνες αργότερα, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Τον Ιανουάριο του 1904 ολοκλήρωσε το δοκίμιο A Portrait of the Artist (Το πορτρέτο του καλλιτέχνη), η δημοσίευση του οποίου, όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα, ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος Στήβεν ο Ήρωας (Stephen Hero), έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο. Την ίδια χρονιά, καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του Τζόυς με την Νόρα Μπάρνακλ, την οποία ερωτεύτηκε και με την οποία αργότερα εγκατέλειψε την Ιρλανδία.

Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη, όπου ο Τζόυς εργάστηκε ως δάσκαλος. Στην Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα δεκαπέντε περίπου χρόνια.

Ο Τζόυς θεωρούσε ότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα του πνεύματος και φιλοδοξούσε να «εξελληνίσει» την Ιρλανδία! Αλλά τον ενδιέφεραν και οι σύγχρονοι οδυσσείς, οι Έλληνες, οι Σλάβοι, οι Εβραίοι, οι Αρβανίτες, όλη η πανσπερμία της Μεσογείου την οποία συνάντησε κυρίως στην Τεργέστη, αλλά και στη Ζυρίχη και το Παρίσι. «Οι Έλληνες μου φέρνουν τύχη», έλεγε συχνά. 

Στην Τεργέστη έγινε φίλος με τον Κερκυραίο Νικόλα Σάντας, έναν πωλητή πορτοκαλιών στη λαϊκή της πιάτσας Πόντε Ρόσσο, «τον ελληνότατο των Ελλήνων» όπως τον προσφωνούσε, και τη γυναίκα του, την κυρία Γκίζελα Νόρμπεντο, μια αφράτη και πολυλογού μπακάλισσα. Με τον Σάντας γνωρίστηκαν το 1907. Ο Έλληνας χωρίς καν να τον γνωρίζει, δάνειζε στον πάντα αδέκαρο Τζόυς χρήματα. Στα γλέντια τους, στην ταβέρνα του πεθερού τού Σάντας, ανάμεσα στα μεθύσια και τα χωρατά, ο Έλληνας άρχιζε να απαγγέλλει και να τραγουδάει ολόκληρες ραψωδίες από την Οδύσσεια. Έτσι επισυμβαίνει η σύνδεση του ομηρικού Οδυσσέα και των συγχρόνων του στα μάτια του Τζόυς. Αλλά αυτό που βλέπει κανείς με τα μάτια του, όπως έλεγε ο ίδιος, δεν είναι τίποτα, και πρόσθετε: Εγώ «έχω εκατό κόσμους να δημιουργήσω και μόνον έναν από αυτούς χάνω». Όσο για την Γκίζελα, αυτή είναι σύμφωνα με τη Νόρα, τη σύντροφο του Τζόυς, το πρότυπο της Μόλλυ: «Ήταν, σας το ξαναλέω μια χοντρή ελληνίδα φρουτομπακάλισσα, ήταν η γυναίκα του Σάντας, ο Τζιμ (Τζόυς) περνούσε συχνά απ’ το μαγαζί της, του μιλούσε για συνταγές, πως κατασκεύαζε τις κρέμες του προσώπου της. Ήτανε μια πολύ χυδαία γυναίκα. Σκεφτείτε ότι έλεγε πως το καλύτερο καλλυντικό για το πρόσωπο ήταν το κάτουρο. Ε, λοιπόν αυτή η χοντρή ελληνίδα, έγινε η ηρωίδα του μυθιστορήματος του Τζιμ! Μπορείτε να το φανταστείτε;». 

Ο Τζόυς αποζητά αδιαλείπτως στους ανθρώπους την ενεργοποίηση της φαντασίας του, κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, σιωπά. Εκεί, λοιπόν, οι πάντες ζούσαν όλες τις φαντασιώσεις τους. Στην Τεργέστη, για τους ομοτράπεζους του Τζόυς ήταν αρκετό να μεθύσουν για να τις ζήσουν, ενώ την άλλη μέρα το πρωί κανείς δεν θυμόταν τίποτα, εκτός από τον συγγραφέα. Εκείνοι τρώνε, πεθαίνουν, σκέφτονται, συνουσιάζονται, βάζουν τις φωνές, αγαπούν, μισούν, αντιπαθούν, τρέχουν, στέκουν ακίνητοι, προσεύχονται, βιαιοπραγούν. Πρόκειται για ένα πνεύμα που ζει παραδομένο στους κυκλώνες και τους ανέμους του πλανήτη, το οποίο ο Τζόυς βιώνει μαζί με άλλους ανώνυμους οδυσσείς (Ούτις εμοί γ’ όνομα), με τους χωρίς χαρτιά, τους φυγόδικους, τους κερδομανείς Έλληνες και Εβραίους μεταπράτες.

Ο κόντε Σορντίνα, γεννημένος στην Κέρκυρα το 1874, είναι ο δεύτερος Έλληνας φίλος του Τζόυς. Στον Σορντίνα αναφέρεται ο Τζόυς σε μια επιστολή του προς την δεσποινίδα Γουήβερ: «Ο φίλος μου κόντε Σορντίνα είναι μέγας ξιφομάχος, το πρώτο σπαθί στην Τεργέστη, αλλά και διδάκτωρ νομικής... Ο Σορντίνα με βοήθησε πολύ και τον θεωρώ αγαπητό φίλο μου». Ο Σορντίνα σύστησε τον Τζόυς στη σχολή του Μπέρλιτς, όπου δίδαξε, του βρίσκει μαθητές και μαθήτριες («ζωηρές κυρίες» όπως η βαρόνη Νόρα Ράλλη-Καβαλάρ) από την υψηλή κοινωνία της πόλης και τον παρουσίασε στις πιο ισχυρές οικονομικά οικογένειες της Τεργέστης: στους Ράλληδες, τους Σκαραμαγκά, τους Εκόνομο κ.ά. Ο Σορντίνα ήταν θαυμαστής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και οργάνωνε συνέδρια γι’ αυτόν, κάτι που ανησυχούσε πάρα πολύ την αυστροουγγρική αστυνομία. Συμμετείχε στο αυτονομιστικό κίνημα των ιρενταντίστα -θεωρείται αρχηγός του- και, αργότερα, διετέλεσε υπουργός στρατιωτικών. Ο κόντε Σορντίνα για τον Τζόυς είναι «ένας βασιλιάς Αλκίνοος του νησιού των Φαιάκων, που δέχεται και προστατεύει τον ναυαγισμένο στους δρόμους της Τεργέστης Οδυσσέα-Τζόυς». Ο Σορντίνα παρουσιάζεται στον Οδυσσέα στο επεισόδιο της Κίρκης, όπου είναι ο Μέγας Ναπολέων (ένας από τους τροπισμούς του Μπλουμ) με το τρικαντώ του που συνοδεύει μία κυρία ντυμένη στα χρώματα της ελληνικής σημαίας.

Στη Ζυρίχη, δύο ακόμα Έλληνες, ο Παύλος Φωκάς από την Κεφαλλονιά και ο Παύλο Ρουτζιέρο απ’ τη Θεσσαλονίκη, θα γίνουν φίλοι του Τζόυς. Ο πρώτος, ως γνώστης των ελληνικών, συζητούσε με τον συγγραφέα τα προβλήματα της γραφής.

Η συλλογή διηγημάτων Δουβλινέζοι τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το μυθιστόρημα Το Πορτρέτο του καλλιτέχνη, στο περιοδικό Egoist, ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο.

Το 1914 ο Τζόυς ξεκίνησε την συγγραφή του σημαντικότερου ίσως βιβλίου του, του Οδυσσέα.

Κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα είκοσι περίπου χρόνια.

Το 1922 εκδόθηκε ο Οδυσσέας. Όπως σημειώνει η Έντνα Ο’ Μπράιεν, ο Τζόυς «ήθελε το μπλε κοβαλτίου της ελληνικής σημαίας, πάνω στο εξώφυλλο» του Οδυσσέα, αλλά αυτό ήταν τεχνικά δύσκολο. Πάντως, έξω από τον εκδοτικό οίκο της δεσποινίδος Μπητς, η ελληνική σημαία ανέμιζε εις ένδειξιν του γεγονότος της εκδόσεως του βιβλίου.       

Στις 14 Δεκεμβρίου του 1940, ο Τζόυς και η οικογένεια του εγκατέλειψαν το Παρίσι για τη Ζυρίχη, όπου ένα μήνα αργότερα, ο ανανεωτής της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας, πέθανε από έλκος.