Ουμπέρτο Σάμπα: ένας ψυχαναλυτικός πριν από την ψυχανάλυση

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 03.12.22 ]

Από τότε που ο κριτικός και ιστορικός της Ιταλικής λογοτεχνίας Τζιανφράνκο Κοντίνι (Ντομοντόσσολα, 1912-1990) ονόμασε τον Σάμπα (Τεργέστη, 1883-1957) «ψυχαναλυτικό πριν από την ψυχανάλυση», υπήρξαν πολλοί οι κριτικοί που ενδιαφέρθηκαν για το πρόβλημα της επίδρασης των θεωριών του Φρόιντ στη ζωή και το έργο του τριεστίνου ποιητή. Αλλά, αν και αναγνώριζαν τη σπουδαιότητα της ψυχαναλυτικής κουλτούρας του Σάμπα, οι περισσότεροι έδειξαν μια κάποια επιφυλακτικότητα στο να ορίσουν τον ρόλο που έπαιξε η εμπειρία και η γνώση της ψυχανάλυσης στην ποίησή του.

Έγινε αναφορά στην «προδιάθεση» του Σάμπα στην ψυχολογική ανάλυση, σε μια διαδικασία εσωτερίκευσης, σε μια ανάγκη έρευνας στο υποσυνείδητο, κοινό στον Σάμπα και τον Φρόιντ, αλλά πάντα έμπαινε μια αυστηρή επιφύλαξη όσον αφορά την ψυχανάλυση «sui generis» του ποιητή. Υπήρξαν και άλλοι που αρνήθηκαν τη συμβολή της σκέψης του Φρόιντ στην τέχνη του Σάμπα, ανατρέποντας τη σχέση ψυχανάλυση-ποίηση. Προβληματισμένοι εμφανίστηκαν προς αυτή την κατεύθυνση ακόμη και συγγραφείς όπως ο Γκουίντο Πιοβένε και ο Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, που προτίμησαν να αφήσουν σε ένα είδος σύγχυσης τη σύνθετη σχέση Σάμπα-Φρόιντ.

Η πρώτη παρατήρηση που έρχεται στο νου από μια προσεκτική ανάγνωση του έργου του, είναι ότι η κυρίαρχη λειτουργία της ποίησης, ή καλύτερα, της ποιητικής δημιουργίας, είναι για τον ποιητή «απελευθερωτική», δηλαδή ένα είδος «κάθαρσης» και μια τέτοια λειτουργία βρίσκει ανταπόκριση στην αντίληψη του Φρόιντ για την τέχνη. Ο Φρόιντ ξεκίνησε από μια ατομιστική αντίληψη για την τέχνη, μια τέχνη ως υποκατάστατη δραστηριότητα, μια συμπίεση του πόνου και της δυστυχίας του ποιητή. Η ζωή ήταν η αρχή της πραγματικότητας. Η τέχνη η αρχή της ηδονής. Την ίδια διαδρομή φαίνεται να ακολουθεί και ο Σάμπα που, στις σκέψεις του γύρω από τη λειτουργία της τέχνης, αγκυροβολεί, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μετά από μια προσεκτική μελέτη του έργου του Φρόιντ, στην αντίληψη για την τέχνη ως απελευθέρωση από εσωτερικές και εξωτερικές δεσμεύσεις. Πράγματι, έγραφε στον φίλο του Μπρούνο Πίνκερλε: «Δεν υπάρχει ένα μυστήριο της ζωής ή του κόσμου ή του Σύμπαντος. Όλοι εμείς, ακριβώς επειδή γεννηθήκαμε από τη ζωή, είμαστε μέρος της ζωής, γνωρίζουμε τα πάντα, όπως τα γνωρίζουν ακόμη και τα ζώα και τα φυτά. Αλλά τα γνωρίζουμε σε βάθος. Οι δυσκολίες αρχίζουν όταν πρόκειται να οδηγήσουμε την οργανική γνώση στη συνείδηση. Κάθε βήμα, έστω και μικρό, προς αυτή την κατεύθυνση έχει ανυπολόγιστη αξία. Αλλά πόσες δυνάμεις, μέσα μας, συμμαχούν για να εμποδίσουν, να επιβραδύνουν αυτό το μικρό βήμα!». Τώρα επιτέλους η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε.

Γράφει ακόμη στον Πίνκερλε: «Ο κόσμος έχει άμεση ανάγκη να ελευθερωθεί, να είναι με άλλα λόγια ελεύθερος από κάθε είδους καταπίεση. Αυτό θα είναι το επάγγελμά μου όταν γεράσω». Πέρα από αυτή τη διαδικασία απελευθέρωσης, από τις δηλώσεις του Σάμπα ξεπηδά ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της αισθητικής αντίληψης του Φρόιντ: πρόκειται για εκείνο που ο Φρόιντ ονομάζει «βραβείο αποπλάνησης» ή «προκαταρτική ηδονή». Πράγματι, πληροφορώντας τον φίλο του Πίνκερλε για το μυθιστόρημά του Ερνέστο (γραμμένο το 1953 και δημοσιευμένο το 1975), ο Σάμπα γράφει: «Θα έρθω να σου διαβάσω το πιο όμορφο πράγμα που έγραψα σε πεζό λόγο: είμαι σίγουρος πως θα διασκεδάσεις». Και σ' ένα γράμμα στη γυναίκα του Λίνα: «Εκείνο που έγραψα είναι τόσο όμορφο που ο κόσμος θα ξετρελαθεί∙ ο Μπολλέα (πρωτοπόρος Ιταλός παιδοψυχίατρος), γύρισε πίσω δυο φορές για να με ευχαριστήσει που του το διάβασα∙ λίγο έλειψε να με φιλήσει».

Ένα άλλο στοιχείο σημαντικής σημασίας που ενώνει την αντίληψη του Σάμπα για την τέχνη με εκείνη του Φρόιντ, είναι η αντίστροφη τάση επιστροφής στην παιδική ηλικία. Στο μυθιστόρημά του Ερνέστο η προσοχή του Σάμπα είναι ψυχολογικής φύσης, δηλαδή ψάχνει να εξηγήσει τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή ανατρέχοντας στην παιδική του ηλικία, στις σχέσεις του με τη μητέρα του, σύμφωνα με το σπαρτιάτικο εκπαιδευτικό μοντέλο, στην ανικανοποίητη ανάγκη για αγάπη και τρυφερότητα: «Δεν θυμάμαι να μου έδωσε ποτέ ένα φιλί, ούτε να με χάιδεψε. Έλεγε πάντα, και το λέει ακόμη, ότι τα παιδιά δεν πρέπει να τα κάνουμε μαμμόθρεφτα». Η σχέση μητέρα-γιος αποκαλύπτει τα καθαρά αυτοβιογραφικά στοιχεία αυτού του μυθιστορήματος-διηγήματος που ο ίδιος ο Σάμπα χαρακτήρισε «όλο γεμάτο μητρότητα». Αυτός ο χαρακτηρισμός θα πρέπει να εννοηθεί σε διπλή κατεύθυνση, μία που αφορά τον συγγραφέα («θα έπρεπε να το τελειώσω στην κλινική, εκεί που το άρχισα, σε μια κρίση μητρότητας. Ένα ποίημα είναι μία στύση, ένα μυθιστόρημα ένας τοκετός») και μια άλλη τις σχέσεις του Ερνέστο με τη μητέρα του, που χαρακτηρίζεται από ψυχρότητα και έλλειψη κατανόησης. Η συναισθηματική φόρτιση που συνήθως διοχετεύεται από το παιδί στη μητέρα, εδώ μεταφέρεται σε άλλους, μέσα από ένα transfert που, στην παιδική ηλικία έχει ως αντικείμενο την τροφό, και στην εφηβεία πρώτα τον αχθοφόρο, εμβληματικό υποκατάστατο του πατέρα και αργότερα την πόρνη, υποκατάστατο της μητέρας. Η συνάντηση με αυτή τη γυναίκα που τον εισάγει στον ετεροφυλικό έρωτα, παρουσιάζεται από τον Σάμπα ως αναγκαία για την ψυχολογική εξέλιξη του παιδιού.

Όποιος γνωρίζει τη βιογραφία του Σάμπα, δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει σ' αυτά τα πρόσωπα, άτομα της πραγματικής ζωής του ποιητή, αλλά αν και είναι πολλά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στο μυθιστόρημα, δεν είναι αυτά που μας δίνουν ένα ικανοποιητικό κλειδί ανάγνωσης. Ο ίδιος ο Σάμπα, εξ άλλου, προσδίδει αρνητική αξία στα αυτοβιογραφικά στοιχεία που φιλτράρονται στην αφήγηση. Όμως, πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα, σε μια ψυχαναλυτική ανάγνωση η προσοχή για την αυτοβιογραφία περισσότερο από το να επικεντρώνεται στις ταυτίσεις ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, θα έπρεπε να στοχεύει στο να συλλαμβάνει τη «διαφορά» ανάμεσα στη γραφή και τη νεύρωση.

Ο συγγραφέας, μέσα από μια διαδικασία εσωτερίκευσης των αφηγηματικών δομών, ερευνά τους σύνθετους μηχανισμούς της ψυχής ενός εφήβου που βιάζεται να εισβάλει στη «ζεστή ζωή». Οι μηχανισμοί άμυνας του υποσυνείδητου είναι εξάλλου αρκετά γνωστοί στον Σάμπα, που τους χρησιμοποιεί για να περιγράψει και ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του Ερνέστο στις σχέσεις του. Για παράδειγμα, οι «σοσιαλίζουσες» ιδέες του, δέχονται περισσότερο την ψυχολογική παρά την πολιτική ερμηνεία: άλλο δεν είναι από το αποτέλεσμα άμυνάς του μπροστά στην αυστηρότητα του συντηρητικού θείου και στη μητέρα του που πάντα προσπαθούσε να υποβαθμίσει στα μάτια του τη μορφή του επαναστάτη πατέρα του. Ο ίδιος μηχανισμός άμυνας που ενεργοποιείται στο οικογενειακό περιβάλλον, εκδηλώνεται και στο κοινωνικό, στη δουλειά, δηλαδή στις σχέσεις του Ερνέστο με τον εργοδότη του. Η αντίδραση του παιδιού στον αυταρχισμό, η επιθυμία του να απελευθερωθεί από ια θέση υποταγής ανάμικτη με την επιθυμία του να ξεφύγει από τη μητέρα που τον υποχρέωσε να κάνει μια δουλειά που απεχθάνεται, γεννούν τις «διαβολιές» του Ερνέστο, που στοχεύουν στο να εξουδετερώσουν την εξουσία του εργοδότη ή, τουλάχιστον, να την υποβαθμίσουν. Αυτή η τεχνική γεννιέται, σύμφωνα με τον Φρόιντ, από μια ανάγκη ξεσπάσματος, από την ανάγκη να ελευθερώσει καταπιεσμένα συναισθήματα, ειδικά την ενστικτώδη εχθρότητα για ένα πρόσωπο. Έτσι η αρχική επιθετική τάση, αντί να εκραγεί με μια βρισιά ή προσβολή, μετριάζεται, αλλοιώνεται μέχρι να φτάσει σε ένα σημείο έκφρασης της πρόθεσης προς μια αισθητική φόρμα που γίνεται αποδεκτή από το κοινωνικό σύνολο και προκαλεί ηδονή. Τον Ερνέστο μπορούμε να τον διαβάσουμε σαν την ιστορία μιας τριπλής επιθυμίας: εκείνη ενός νέου που θέλει να γίνει άνδρας και εκείνη ενός ηλικιωμένου συγγραφέα που, κοντά στο θάνατο, επιθυμεί να ξαναζήσει τη νεότητα και, ακόμη, εκείνη του Σάμπα ποιητή που, απλά, θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα.

3-12-2020

*Φοίβος Γκικόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ