«Ποτέ Ξανά»

[ Αδάμ Γιαννίκος / Ελλάδα / 03.07.18 ]

«Το σπίτι ενός ανθρώπου που αγαπάμε δεν είναι ποτέ μακριά», λέει μια παροιμία από τη Νιγηρία.

Δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο μακριά απ’ το σπίτι τους βρέθηκαν τα τρία μωρά που πνίγηκαν όταν βούλιαξε η φουσκωτή λέμβος που μετέφερε 120 μετανάστες στα ανοιχτά της Λιβύης την περασμένη Παρασκευή. Γι’ αυτά τα μωρά και τους εκατό που αγνοούνταν στο ναυάγιο οι άνθρωποι που αγαπούσαν ενδεχομένως να βρίσκονταν ανάμεσά τους, καθιστώντας τη λέμβο το τελευταίο αληθινό τους σπίτι. Ένα σπίτι, που στον φανταστικό κόσμο των παραμυθιών ίσως και να ‘ταν κάτι μαγικό, έτσι όπως επέπλεε στην καλοκαιρινή Μεσόγειο, μα που στον κόσμο της επίγειας ζωής δεν ήταν παρά το πορθμείο για τον άλλο κόσμο.

Ένας από τους σπουδαιότερους ισπανόφωνους συγγραφείς του 20ου αιώνα, ο αργεντίνος Ερνέστο Σάμπατο, έγραφε το 1998 στο αυτοβιογραφικό του έργο «Πριν το τέλος» πως «οποιαδήποτε εξιστόρηση των προσδοκιών και των συμφορών έστω κι ενός μόνου ανθρώπου, ενός απλού αγνώστου αγοριού, μπορεί να περιέχει όλη την ανθρωπότητα». Και έγραφε, επίσης, ότι «ενώ οι πιο άτυχοι πνίγονται στα βαθιά νερά, στο κέντρο ενός χορού μεταμφιεσμένων οι άνθρωποι της εξουσίας εξακολουθούν να χορεύουν, σκασμένοι στα γέλια από τις ίδιες τους τις χοντράδες». Και κάπου αλλού εξηγούσε ότι «ο κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα μυστήριο και η μοναδικότητά του είναι ιερή. Τώρα ο άνθρωπος κινδυνεύει να μετατραπεί σε κλώνο κατά παραγγελία: συμπαθητικός με γαλάζια μάτια, δραστήριος, αναίσθητος στον πόνο ή τραγικά έτοιμος να γίνει σκλάβος». Σ’ αυτήν την τρόπον τινά διαθήκη του ο γεννημένος το 1911 από μετανάστη ιταλό πατέρα και αλβανίδα μητέρα, νεαρός κομμουνιστής και διδάκτορας Φυσικής, ώριμος υπαρξιστής, λάτρης του τάνγκο και θαυμαστής του συνονόματου του Γκεβάρα, Ερνέστο Σάμπατο, απευθύνεται σε όλα αυτά τα νέα παιδιά που του έγραφαν ή τον σταματούσαν στον δρόμο ή ακόμα και σ’ εκείνα που τον παρατηρούσαν από άλλα τραπέζια σε κάποιο καφέ, ήθελαν να τον πλησιάσουν και δεν τολμούσαν. «Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να σας πω αυτά τα λόγια. Έχω πίστη σ’ εσάς (…). Δεν είναι δυνατόν να αμπαρωνόμαστε κάθε φορά με όλο και περισσότερη σιγουριά στα σπίτια μας. Οφείλουμε ν’ ανοιχτούμε στον κόσμο. Να πάψουμε να θεωρούμε ότι η καταστροφή βρίσκεται εκεί έξω, αλλά να καταλάβουμε ότι καίει σαν μια καλοταϊσμένη φωτιά μέσα στην ίδια την εστία των σπιτιών μας. Είναι η ζωή μας κι η γη μας που βρίσκονται σε κίνδυνο».

Έχοντας χάσει τον πρωτότοκό γιο του, Χόρχε, το 1995 και τη γυναίκα του το 1998, ο Σάμπατο βρέθηκε κάποια στιγμή ξανά αντιμέτωπος με τη φωτιά της μνήμης. Σκαλίζοντας τον κήπο του, βρήκε θαμμένο το κουβαδάκι που είχε κρύψει κάποτε ο γιος του. Πότε άραγε σε εκείνη τη δεκαετία του ’40, κάπου σ’ ένα σπίτι στη Λα Πλάτα του Μπουένος Άιρες, να ‘χε το μικρό αγόρι κρύψει το παιχνίδι του και με τι σκοπό; Ο γηραιός Σάμπατο, που έμελε να ζήσει έναν ολόκληρο αιώνα, εξομολογήθηκε ότι θα θυσίαζε όλο το έργο του για να ξανακαθίσει πάλι για λίγα λεπτά με το παιδί του. Δίπλα στο έργο του αργεντίνου συγγραφέα ο κόσμος της εποχής του θυμάται τον επικήδειο που εκείνος εκφώνησε τον Νοέμβριο του 1967 στο Παρίσι για τον θάνατο του Τσε, λέγοντας ότι «δεν πέθανε για μια απλή ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των φτωχότερων λαών (…), αλλά για το απείρως υψηλότερο ιδανικό «ενός νέου ανθρώπου» –ιδανικό μιας κοινωνίας όπου δεν θα διασφαλίζονται μόνο τα υλικά αγαθά αλλά και «μια συμβίωση στην οποία οι άνθρωποι θα είναι αληθινές ανθρώπινες υπάρξεις, με την υψηλότατη αξιοπρέπεια που τους ανήκει».  Θυμάται, επίσης, ο κόσμος την έκθεση «Ποτέ Ξανά» ή «Έκθεση Σάμπατο», που εξέδωσε το 1985 στην Αργεντινή η «Εθνική Επιτροπή για την Εξαφάνιση Ατόμων», με επικεφαλής τον ίδιο, αποκαλύπτοντας τα εγκλήματα της δικτατορίας Βιδέλα.

Ο Αργεντίνος επισκέφτηκε κάποια εποχή την πόλη Πάολα της Καλαβρίας όπου ερωτεύτηκαν οι μετανάστες γονείς του. Η Καλαβρία είναι άλλος ένας τόπος άφιξης για τους μετανάστες της εποχής μας που δεν εξαφανίζονται στις θάλασσες. Δεν θα μάθουμε ποτέ σε πόσους αφημένους κήπους σπιτιών αγαπημένων είναι θαμμένα κουβαδάκια από παιδιά που φαντάστηκαν μια καλύτερη ζωή και δεν μεγάλωσαν ποτέ να τη ζήσουν. Αλλά μπορούμε να βρούμε και να γράψουμε τις ιστορίες τους, φωνάζοντας…

Πηγή: «Ενθέματα» της Αυγής