Περιψήματα

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 26.08.19 ]

Τους πήραν, λέει, σηκωτούς. Για την κάθαρση της πόλης από το άγος. Μιάσματα, σκουπίδια, σκόνες, αποβράσματα. Ζωές ανάξιες να βιωθούν. Η επιχείρηση της βιοπολιτικής κρατά εδώ και πολλούς αιώνες. «Φαρμακούς» τούς έλεγαν στην ελληνική αρχαιότητα τους αποσυνάγωγους που τους ανάγκαζαν να ανέβουν πάνω σε γαϊδούρια, τους μαστίγωναν με κλαδιά συκιάς και διαπομπεύοντάς τους τους εξεδίωκαν κακήν κακώς ή τους σκότωναν ώστε να εξαγνιστεί η πόλη. Σε άλλες περιπτώσεις έσπρωχναν έναν νεαρό άντρα από έναν γκρεμό και φώναζαν: «Να γίνεις τα απορρίμματά μας!» (περίψημα στ’ αρχαία σημαίνει απόβλητος, ενώ μεταχριστιανικά σήμαινε τον ελάχιστο, τον αφοσιωμένο στον Χριστό).

Απόψε, είναι αλήθεια, θα κοιμηθώ πιο ήσυχος. Οι «ραβδούχοι» κάνουν καλά τη δουλειά τους. Λυπάμαι όμως που δεν θα τα πω με τον Μααμούν. Τον γνώρισα (ή τον φαντάστηκα) πριν από τέσσερα καλοκαίρια καθώς επέστρεφα με το πλοίο της γραμμής από τα Δωδεκάνησα. Καθόταν στο κατάστρωμα. Με μια κιθάρα στα χέρια. Ξημερώματα. Την ώρα που αχνοφάνηκε το Σούνιο και με ρώτησε. Με κέρασε τσιγάρο και στρώσαμε κουβέντα. Μααμούν στ’ Αραβικά σημαίνει άφοβος.

«Δυὸ πυγολαμπίδες ἔκαιγαν γιὰ ὥρα στὸ κατάστρωμα. Ἔσβηναν κι ἄναβαν.  Ἡ αὔρα ἔπαιρνε μακριὰ τὴν καύτρα τῆς στιγμῆς, τὶς σιωπηλὲς νύχτες, τὶς ματαιώσεις, τὰ ψέματα ποὺ γιὰ χρόνια σιγότρωγαν τὴν ψυχή, ὅσα προσδοκοῦσε καὶ τίποτα δὲν πῆρε. Στὸ μεταξὺ τὸ σκοτάδι ἄρχισε νὰ ξεθωριάζει ἐνῶ μακριὰ ἀχνοφάνηκε τὸ Σούνιο. Τὸν ἕναν τὸν ἔλεγαν Μααμούν. Τὸν ἄλλον, Γεράσιμο. Πάνω στὴν ὀθόνη τοῦ οὐρανοῦ ζωντάνεψε τὶς μνῆμες του μὲ τὴν τρυφερὴ φωνή του. Τοῦ μίλησε γιὰ τὸ μπαμπάκι στὰ μαλλιὰ τῆς μάνας του, γιὰ τὸ τραγούδι τῶν πουλιῶν στὴν πατρίδα του ἅμα βρίσκεται στὸ δάσος νὰ τ᾿ ἀκούει, γιὰ τὸ βρεγμένο χῶμα ποὺ ἔφερνε τὸ φθινόπωρο καὶ τὸ ἔπλαθε πηλὸ στὰ χέρια του, γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν κέδρων, γιὰ τὴ βροχὴ ποὺ ἔπινε νὰ ξεδιψᾶ, γιὰ τὰ κίτρινα στάχυα ποὺ ἔτριζαν κατακαλόκαιρο κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του, γιὰ τὸν ἥλιο ποὺ πύρωνε τὸ πρόσωπο, γιὰ τὸν ὑπόκωφο ἦχο τῆς θάλασσας ὅταν ξερνάει τὸ θυμό της στὰ ναυάγια, τὴ μουσικὴ στὰ κατάρτια τοῦ καραβιοῦ ποὺ ταξιδεύει τὸ νοῦ, γιὰ τὸ φεγγάρι ποὺ τὶς νύχτες -παιδιὰ ἀκόμα- κάνανε τσέρκι στὰ χέρια τους, τοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὰ ζεστὰ κουλουράκια ποὺ ἔψηνε τὰ βράδια τοῦ χειμώνα ἡ γυναίκα του καὶ τὸν τάιζε στὸ στόμα, γιὰ τὴν ψίχα τῆς ἀγάπης ποὺ τοὺς ἔτρεφε, γιὰ τὸ πρόσωπό της ποὺ ζοῦσε μέσα του σὰν δεύτερο ἐγώ του».  (…)

(«Με το βλέμμα στη φυγή», Σπουδή στὸ κίτρινο, Τὸ Ροδακιό, 2018)