Ο μάγκας

[ Θεολόγος Σερέτης / Ελλάδα / 15.02.20 ]

Από τους αγαπημένους μου μπαρμπάδες. Μικρασιάτης πρόσφυγας, δεν έλαχε να κάνει οικογένεια. Μάγκας με την πραγματική, καλή έννοια της λέξης. Όχι του γλυκού νερού. Προπολεμικός ρεμπέτης. Μ’ ένα φουλάρι πάντοτε δεμένο στο λαιμό. Δούλευε όλη τη βδομάδα μεροκάματο, περνούσε με ψωμί κι αλάτι και το Σάββατο πρωί  έβαζε τα καλά του και ξεκινούσε με τα πόδια για τη Σαλονίκη. Από το τρίτο πόδι της Χαλκιδικής. Μια ολάκερη  ημέρα δρόμος.

-Στη διαδρομή πολλές φορές περπατούσα ξυπόλητος για να μη χαλάσω τα καλά μου παπούτσια, μου διηγόταν. Το βραδάκι έφτανε στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης. Γλεντούσε μέχρι το ξημέρωμα και την Κυριακή γυρνούσε πίσω. Με τα πόδια και πάλι. Τον ζητήσανε πολλά μαγαζιά για επαγγελματία χορευτή, βλέπεις τα ζεϊμπέκικα του ξεσήκωναν τον κόσμο. Ειδικά όταν δάγκωνε το ξύλινο τραπέζι με τα δόντια, το σήκωνε ψηλά και έφερνε τις στροφές του με ένα ποτήρι ρετσίνα στο κεφάλι. Ή όταν χόρευε πάνω σε γυάλινο μπουκάλι χωρίς να το σπάσει. Δεν το έκανε ποτέ, δεν ήθελε το σεβντά να το κάνει επάγγελμα. Όταν μεγάλωσε πια του κάναμε το τραπέζι. Άπορος καθώς ήτανε δεν είχε προτιμήσεις. Του έφτανε να είχε μαλαματίνα στο τραπέζι. Στο τέλος είχε σχεδόν κουφαθεί αλλά όταν του βάζαμε καμιά παλιά πενιά στο κασετόφωνο, έριχνε τις στροφές του χωρίς να χάνει το ρυθμό, απίστευτο πράγμα. Με φώναξε μια μέρα.

-Έλα να σου κάνω το τραπέζι, μου είπε.

-Και τι θα φάμε ρε μπάρμπα; Τον ρώτησα γνωρίζοντας την ανέχεια στην οποία είχε πέσει.

-Κοτόπουλο με πατάτες, σαλάτα, τυρί, παστουρμά, από όλα τα καλά. Εσύ μονάχα φέρε κανά δυό ρετσίνες. Έφτασα στο ταπεινό του καλύβι. Μόλις είχε τελειώσει το μαγείρεμα. Έστρωσε να φάμε στο στρογγυλό ροτόντα τραπέζι. Βλέπω αγγουροντομάτα, μπάμιες, ψωμί, ελιές, τουρσί και δύο καυτερές πιπεριές. Απόθεσε και τα ποτήρια μας για το ποτό.

-Που είναι το κοτόπουλο ρε μπάρμπα; Δεν άντεξα και ρώτησα.

Νάτο μωρέ! μου απάντησε δείχνοντας τις μπάμιες. Να το τυρί κι ο παστουρμάς, να κι οι πατάτες συνέχισε σοβαρός βαφτίζοντας αντίστοιχα τις ελιές, το τουρσί, και την αγγουροντομάτα. Δεν είπα τίποτα. Έφαγα με όρεξη. Ψυλλιάστηκα πως τα είχε σουφρώσει από το θερμοκήπιο του  μπαχτσεβάνου γείτονα, ο οποίος όλο παραπονιόταν και τον μάλωνε αλλά συνάμα πάντα έκανε πως δεν τον έβλεπε καθώς μπαινόβγαινε κρυφά στο βιος του.

-Γειά σου μπάρμπα! Το πιο νόστιμο κοτόπουλο που έφαγα ήταν σήμερα του είπα καθώς  με συνόδευε στην πόρτα. Κι ας  ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που δοκίμασα μπάμιες.