Οι φωνές, τα όνειρα και οι ανησυχίες του Πεσσόα

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Κόσμος / 09.07.20 ]

«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών» έγραψε  ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο Φερνάντο Πεσσόα.

Η πραγματική ζωή δεν τον ενδιέφερε. «Ανάμεσα σε εμένα και τη ζωή υπάρχει ένα λεπτό τζάμι. Παρότι βλέπω και καταλαβαίνω τη ζωή ξεκάθαρα, δεν μπορώ να την αγγίξω», ομολογεί, δηλώνοντας έτσι τη διαρκή αναζήτηση του εσώτερου εαυτού του. «Σε όποιον μου είπε να ζήσω δεν έδωσα ποτέ σημασία. Ανήκα ανέκαθεν σ' αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ' αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ. Από τη ζωή τίποτα άλλο δεν ζήτησα πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό». Ονειρεύεται, γράφει και δραπετεύει. «Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι. Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου. Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος.»(Το  βιβλίο της ανησυχίας)

Είχε λίγους φίλους. «Από παιδί είχα την τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν κόσμο πλασματικό, να περιβάλλομαι από φίλους και γνωστούς που ουδέποτε υπήρξαν. (Δεν ξέρω, βεβαίως, αν πραγματικά δεν υπήρξαν ή αν αυτός που δεν υπάρχει είμαι εγώ. Γι’ αυτά τα πράγματα, όπως και για όλα τ’ άλλα δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί). Από τότε που με γνωρίζω ως αυτόν που αποκαλώ εαυτό μου, θυμάμαι ότι είχα με ακρίβεια στο μυαλό μου τη μορφή, τις κινήσεις, το χαρακτήρα και την ιστορία πολλών μη πραγματικών προσώπων που ήταν για μένα τόσο ορατά και δικά μου σαν τα αντικείμενα που αποτελούν αυτό που αποκαλούμε, καταχρηστικά ίσως, πραγματική ζωή.»

Μέχρι σήμερα, είκοσι επτά διαφορετικές προσωπικότητες υπογράφουν γραπτά του Πεσσόα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ο Ρικάρντο Ρέις και ο Άλβαρο ντε Κάμπος.

Σε επιστολή του διασαφηνίζει: «[…] Θα απαντήσω τώρα στην ερώτησή σας σχετικά με τη γένεση των ετερωνύμων μου. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να σας δώσω μια ικανοποιητική απάντηση. Θα ξεκινήσω από το ψυχιατρικό μέρος. Η γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στο έντονο στοιχείο υστερίας που με χαρακτηρίζει. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός, ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, υστερικονευρασθενής. Κλίνω προς τη δεύτερη αυτή υπόθεση, γιατί παρατηρώ στον εαυτό μου φαινόμενα αβουλίας τα οποία δεν εντάσσονται στην κλινική εικόνα των συμπτωμάτων της καθαρής υστερίας. Πάντως, η πνευματική γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στη φυσική και διαρκή μου τάση προς την αποπροσωποποίηση και την προσποίηση.» (Απόσπασμα επιστολής του Pessoa στον Adolfo Casais Monteiro, 13 Ιανουαρίου 1935).

Με αυτόν τον τρόπο, ο Πεσσόα ζητά ίσως να απομακρυνθεί από το «να είναι», μια θεματική που ξεκινά με τους Spinoza και Schopenhauer, και συνεχίζεται  μέσω του Heidegger και του Sartre, και των Γάλλων μετα-δομιστών όπως οι Barthes, Derrida και Lacan. Το έργο του είναι μια βαθιά εξερεύνηση στη φιλοσοφία του εαυτού. Με επίκεντρο την ύπαρξη, οι εμπειρίες που εκφράζονται στα ποιήματα του σχετίζονται επίσης με τη φαινομενολογική φιλοσοφία. Η κριτική του Νίτσε για το υποκείμενο και με ποια έννοια η ταυτότητα του ανθρώπου μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως προς την έννοια του «εγώ» ή του «υποκειμένου» επηρέασε ενδεχομένως το έργο του Πεσσόα που ενσωματώνει την πολυφωνία και την πολλαπλότητα, την εξερεύνηση της υποκειμενικής σκέψης ως πολλαπλότητας, την εξερεύνησή  της συνείδησης, την αλήθεια ως μεταφορά, το όριο μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης, την αγάπη της μοναξιάς. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η έννοια του «υποκειμενικού στοχαστή» του Kierkegaard για την περίπτωση Πεσσόα. Ο ίδιος, μεταξύ άλλων, με τη χρήση της έμμεσης επικοινωνίας του και την παθιασμένη εμπλοκή του με την υποκειμενική αλήθεια μπορεί να χαρακτηριστεί ως έτσι. Ενσωματώνοντας τα «ετερώνυμα» του Πεσσόα και τα «ψευδώνυμα» του Søren Kierkegaard παρατηρούμε, παρά τις διαφορές τους, ένα θέατρο του εαυτού όπου η φαντασία του εαυτού γίνεται πιο «αληθινή» από τον πραγματικό εαυτό. Τα «ετερώνυμα», του Πεσσόα, ωστόσο είναι κάτι διαφορετικό καθώς για κάθε μια από τις «φωνές» του, ο Πεσσόα συνέλαβε ένα ιδιαίτερα διακριτό ποιητικό ιδίωμα και τεχνική, μια σύνθετη βιογραφία, ένα πλαίσιο λογοτεχνικής επιρροής και πολεμικής και, το πιο εντυπωσιακό από όλα, λεπτές συσχετίσεις και αμοιβαίες συνειδητοποιήσεις. Εάν υπάρχει ένα κοινό νήμα, είναι αυτό της μη επιμελημένης ενδοσκόπησης. Επανειλημμένα, ο Πεσόα ρωτάει για τον εαυτό του και για τους καθρέφτες που έχει δημιουργήσει, «Ποιος είμαι;», «Τι με κάνει να γράφω;»

Η λογοτεχνική δραστηριότητα αποτελούσε την «πραγματική» ζωή του, αλλά εργαζόταν ως υπάλληλος. (Είχε αυτό το βαρετό επάγγελμα από κοινού με τους συναδέλφους του συγγραφείς, Herman Melville, Franz Kafka και Καβάφη.)

Το 1935 έφυγε από τη ζωή διαλυμένος από το ποτό σε ηλικία 47 ετών. Τότε, βρέθηκε στο σπίτι του ένα μπαούλο με 27.453 χειρόγραφα. Ανάμεσά τους το "Βιβλίο της ανησυχίας". Και σε αυτό το βιβλίο βρίσκουμε την αίσθηση της δέσμευσης σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής και  τις αξίες του ποιητή και της τέχνης του. Το απόλυτο βάρος που συνδέει ο Heidegger με μια πλήρως συνειδητοποιημένη ανθρώπινη ύπαρξη δεν έχει θέση στη σκέψη του ποιητή που κατοικεί εσκεμμένα σε μια περίεργη ελαφρότητα της ύπαρξης ή στα πρόθυρα της μη ύπαρξης: «Όλη η ζωή της ανθρώπινης ψυχής είναι κίνηση στο μισοσκόταδο. Ζούμε στο ημίφως στη συνείδησης, ποτέ σε αρμονία με αυτό που είμαστε ή με αυτό που υποθέτουμε ότι είμαστε. Στους καλύτερους από μας ζει η ματαιοδοξία κάποιου πράγματος, και υπάρχει ένα σφάλμα οπτικής γωνίας που αγνοούμε. Είμαστε κάτι που διαδραματίζεται στο διάλειμμα ενός θεάματος. Ενίοτε από μερικές πόρτες διακρίνουμε αυτό που ίσως είναι μόνο διάκοσμος. Όλος ο κόσμος είναι συγκεχυμένος, σαν φωνές μέσα στη νύχτα.[..]

«Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ έως ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα, θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.[..]

«Είμαι ένα τίποτα.

Δεν θα είμαι πάντα τίποτα.

Δεν μπορώ να γίνω κάτι.

Αλλά έχω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου .»