Θ. Κοροβίνης: Istanbul Dream

[ Θωμάς Κοροβίνης / Πολιτισμός / 30.03.16 ]

Φως στα μάτια σου, γιαβρούμ, φως στα μάτια σου. Μη σταματάς να σκέφτεσαι, να σκέφτεσαι θετικά, να πέφτεις κάθε βράδυ με την ελπίδα. Μην βαλαντώνεις ποτέ κι ας μη βλέπεις χαΐρι από πουθενά. Να ονειρεύεσαι. Και μην κολώνεις. Να δρας. Να δρας, να κινείσαι. Να χτυπάς πόρτες, να ψάχνεις για δουλειά. Έχεις το τίμιο πρόσωπό σου εσύ, την πεντακάθαρη καρδιά σου, εισιτήριο για τον πραγματικό παράδεισο. Όλα τα μπορείς, τσιράκι σε μαραγκούδικο, μαναβάκι, γκαρσονάκι σε λοκάντα, κουλουρτζής, καφετζής, βοηθός λαντζέρη, λούστρος, θεληματάρης, λαχειοπώλης –όλοι κρέμονται απ’ τα κέφια της τύχης-, για χαμαλίκι όχι, δεν είσαι έτσι ψημένος, θέλει πλάτες σκληροτράχηλου αχθοφόρου, οι παλιοί Κούρδοι της Πόλης είναι μαθημένοι σ’ αυτά, εσύ ανεβάζεις ένα πιάνο απ’ τις σκάλες, ζεμένος με τριχιές, στο σαλόνι μιας κυρά Ντουντούς στον πέμπτο όροφο ενός απαρτμάν της μπελ επόκ στο Τζιχανγκίρι; Όχι, παλικαράκι μου, όχι. Κουρδάκι είσαι και συ μα είσαι ένα αγροτόπαιδο της Ανατολής, μαθημένο αλλιώς, ξέρεις να καβαλάς το φαρί, ν’ αρμέγεις την αγελάδα, να σπέρνεις καλαμπόκι, ως εκεί. 

Εδώ ειν’ αλλιώς, κουζούμ. Εδώ είναι Σταμπούλ, έλεγαν ο ομφαλός της γης, η μάνα του κόσμου. Κρατάει μια κρυφή φωλιά για τον καθένα. Κάθε μέρα την ποδοπατούν δυο εκατομμύρια άνθρωποι, περνοδιαβαίνουν, εμπορεύονται, γλεντοκοπάνε, πορνεύονται, κυνηγούν τη μοίρα τους, κερδίζουν ή χάνουν, εδώ ο πρώτος φονιάς και ο πρώτος άγιος. Υπομονή! Να τρως ένα σιμίτι για πρωινό και να εύχεσαι «Δόξα τον Αλλάχ». Να πίνεις βρώμικο νερό και να λες «ευλογημένο να’ ναι». Να μην αποθυμάς τους καταρράκτες του Ευφράτη και πονάς. Να μη θυμάσαι τα δάκρυα της μάνας σου και ματώνεις. Να μη συλλογιέσαι το βλέμμα του κοριτσιού με το χρωματιστό μαντίλι που σ’ έτρωγε με τα μάτια στο κεφαλόβρυσο. Δε θα γίνει γυναίκα σου φέτος, ούτε του χρόνου. Θα σε περιμένει, ξέρει αυτή. Θα φας το κουρμπέτι με το κουτάλι, θα καζαντίσεις και θα γυρίσεις πίσω, με το πουγκί γεμάτο, να ζητήσεις το χέρι απ’ τον κύρη της. Θα σε κοιτάξει εκείνος ο αγάς βλοσυρά, θα σε μελετήσει, θα σου πει το «ναι» μα θα πάει να σε ρίξει στην προίκα. Να’ χεις τα μάτια σου ανοιχτά, γιαβρούμ, να είσαι καλός στο παζάρι.
Φως στα μάτια σου, ο δρόμος σου να είναι ανοιχτός. Να φυλάγεσαι, παιδί μου, απ’ τα αφεντικά τα αθεόφοβα, τους μαφιόζους του Άκσαραι, τους τσογλαναράδες του Ταρλάμπασι, τις πουτανόψυχες σειρήνες του Πέρα. Να μη βάζεις μεράκι, να μη δακρύζεις ποτέ μπροστά τους, νομίζουν πως σ’ έχουν του χεριού τους, είμαστε Ανατολίτες εμείς, υπερήφανοι, οι πρόγονοί μας ήταν πολεμιστές σπαχήδες, είμαστε άξιοι, οι παππούδες μας θέριζαν στάρι πάνω στην πέτρα. 

Η Σταμπούλ είναι μεγάλο μέρος, παρδαλό, ακατάστατο, από δω τζαμί, από κει μπορντέλο, από δω εκκλησιά, από κει σφαγείο, έχει όλες τις ράτσες κι όλα τα σουσούμια, έχει το Θεό, έχει και το Διάβολο, αναλόγως που θα πέσεις, οι πιο πολλοί τους πονηρόμουτρα, δεν αξίζουν δυο γρόσια. 
Να μην περνάς απ’ την κοιλάδα τη Μάτσκας τη νύχτα, έχει ένα σκυλί, αυτός κάνει κουμάντο εκεί, ο Κιόρ Μουράτ, σε ξεκοιλιάζει. Και στο Ζεϊτίνμπουρνου να μην πας, γιαβράκι μου, έχει μια γύφτισσα, άμα σου ρίξει μια κακή ματιά, σε τελειώνει. Να πα να βρεις τον Ισμαήλ μπαμπά, ένα κουτσό ζητιάνο, έξω απ’ το Σουλτάν Αχμέτ ταίζει τα περιστέρια, θα σου βρει κονάκι, φοράει τουρμπάνι βυσσινί, και σηκώνει η καλοσύνη του όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Όταν απλώνει τα χέρια του στον ουρανό, μπουλούκια λευκών περιστεριών συντάσσονται, ανεβαίνουν δυο μέτρα ψηλά και πετρώνουν δυο λεπτά στον αέρα κρατώντας γύρω του ένα φωτοστέφανο. 

Μην αδικήσεις το παιδί του δρόμου, σαν εσένα είναι κι αυτό, και με δίχως μάνα να τον καρτερεί στο Χακάρι, χωρίς γιαγιά να τον θυμάται στο κουρμπάνι, χωρίς κοπέλα να τον απαντέχει κλώθοντας τα υφαντά της στον αργαλειό. Να μην κλωτσήσεις σκυλί ή γατί του σοκακιού. Αυτά είναι οι αρχαίοι προπάτορες όλων μας, είναι στο μάτι του Θεού και τους χρωστάμε ευγνωμοσύνη. Άμα δε βρίσκεις φαί, να χορταίνεις με παλιά ταίσματα, άμα δε γλεντάς, να θυμάσαι τα παλιά ραβαίσια. Μην κλέβεις όσο κι αν πεινάς, αν σε ζαμακώσουν για μια μπαγιάτικη τυρόπιτα, είναι ικανοί να σε κρεμάσουν απ’ το ρολόι του Μπαγιαζίτ για παραδειγματισμό. Μη δίνεις μπέσα στην αστυνομία, οι μπασκίνες είναι με τους δυνατούς, όπως παντού στον κόσμο, μη δίνεις βάση στους μπεχτσήδες, είναι ρουφιάνοι. Απέναντι απ’ το Ντολάπντερε, χαμηλά στα Ταταύλα, έχει έναν Ρωμιό που πουλάει σουτζούκια, άμα σε θερίσει η πείνα, πήγαινε σ’ εκείνον, αυτός για την ψυχή του δουλεύει, πες πως έρχεσαι από μένα, θα σε βοηθήσει. Χριστιανός για Μουσουλμάνος, η αξία του ανθρώπου φαίνεται απ’ τον τρόπο του, όπου φελά, παντού φελά. 
Είσαι όμορφο παιδί, ντελικανλής σπαθάτος. Θα σε τριγυρίσει ο έρωτας, πότε με ψεύτικα βλέφαρα, πότε με κοκκινάδι. Μην τον περιφρονήσεις, μα έχε και το νου σου στις αρρώστιες. 

Άμα δεις πολλούς στο φαρδύ μεϊντάνι και φωνάζουν γιατί τους πνίγει το άδικο, απ’ αυτή την πάντα είσαι κι εσύ, γιος λησμονημένων ξωμάχων, να γίνεις ένα μαζί τους, «όπου φτύνουν πολλοί, γίνεται λίμνη». 
Βλέπεις αυτό το χαμίνι στα σκαλοπάτια του Γενί-τζαμί, που μασουλάει μισοχαλασμένα κάστανα και σκουπίζει τη μύξα του στο γόνατό του; Θέλει κι αυτό, σαν εσένα, γιαβράκι μου, να γίνει Πολίτης, ένας Εφέντης της Σταμπούλ με προνόμια, ύστερα να γίνει πολιτευτής, να κάνει γνωριμίες, να πάρει μίζες, να κάνει τη μπάζα του, με μια μεζονέτα στο Έττιλερ ή καλύτερα ένα «γιαλί» στο Μπεμπέκι, να’ ναι πια ένας Τούρκος λευκός με σακάκι Αρμάνι, γυαλισμένο πατούμενο, με μαιτρέσσα ξανθομάλλα να τον πιάνει αγκαζέ κι αυτός να περνάει κορδωμένος. Μην τους μοιάσεις αυτούς, λίγα χρόνια ζουν στα πούπουλα κλέβοντας το ψωμί του δικαίου κι ύστερα τους τρώνε οι κατάρες και οι τύψεις.
Να’ σαι γερός. Με την ευχή και την αγάπη μου, ο άγγελός σου να σε σκέπει κι όλα να σου πάνε καλά. Μα μη βλαστημήσεις την Σταμπούλ ποτέ, κουζούμ, γιατί δε σου’ δωσε «το μέλι και το γάλα» που ονειρεύτηκες.

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολίτες», τ. 55, Ιούνιος-Ιούλιος 2015)