Η ομορφιά είναι απτή, όπως το αίμα μέσα στο ποίημα...

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 24.02.20 ]

(…) από κάθε τι γλιστρούν στο τέλος,  

  στίχοι ωραίοι.                                             

  Δεν έχω όμως πάντοτε ποίημα γι’ αυτούς. 

Άθως Δημουλάς

 Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, εδώ βρίσκεται ο κόμπος, εδώ και το χτένι, όπως με μοναδική ακρίβεια γνωρίζει πάντοτε να το φανερώνει η ποίηση. Όπως ακριβώς στους έξοχους στίχους που έγραψε ο Άθως Δημουλάς και περιλαμβάνονται στη συλλογή του «Η μοίρα των πεπρωμένων» (1979). Και τί μας λέει; Ότι ναι. Η ομορφιά βρίσκεται παντού. Και κυρίως βρίσκεται στις σκόρπιες διαπιστώσεις και στις σκόρπιες διατυπώσεις. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα δεις από κάτω την ομορφιά. Όποια πέτρα κι αν πετάξεις θα δεις την ομορφιά να πετάει. Όποια πέτρα κι αν πετάξεις με τεχνική στη θάλασσα θα δεις για λίγο την ομορφιά να μετατρέπεται σε τέχνη καθώς σαν το χελιδονόψαρο πετάει και βυθίζεται υπεριπτάμενη του σύμπαντος κόσμου, για μια στιγμή που μπορεί να κρατάει για πάντα όταν τη βλέπουν τα μάτια ενός παιδιού. Έτσι, σαν ένα θαύμα που κρατάει για πάντα. Στίχος είναι η ομορφιά και γλιστράει από παντού. Το θέμα είναι, ωστόσο, να μη φύγει. Το θέμα είναι να χωρέσει μέσα στο ποίημα της ύπαρξης. Το θέμα είναι να έχεις οργανώσει την υποδοχή, να έχεις οργανώσει το σύμπαν του ποιήματος, ώστε να χωρέσει η ομορφιά. Το θέμα, με άλλα λόγια, ή μάλλον με τα λόγια που έγραψε ο Άθως Δημουλάς, είναι το πώς θα έχεις πάντοτε το ποίημα έτοιμο, δηλαδή ευρύχωρο και γενναίο ώστε να βρει μια στιγμή γαλήνης η ομορφιά για να μπορέσει να σταθεί στα σωθικά της. Και να φύγει. Αυτό είναι το ποίημα. Αυτός είναι ο υδατοπλέκτης της ετοιμότητας και της απώλειας: να χωράς και ν’ αφήνεις. Να περιμένεις και να απελευθερώνεις. Με κάθε τρόπο με κάθε μέσον.

Θέλω να πω, πως η ομορφιά δεν εμπλέκεται στις προθέσεις. Ακριβώς επειδή δεν υφίσταται υπό προϋποθέσεις. Προκύπτει. Και το ποίημα (η μοναδική «πολιτική» προϋπόθεση) πρέπει ήδη να είναι έτοιμο σαν ένας όρθρος που μπορεί να χωρέσει το συμβάν ενός όρθρου ή ενός φόνου. Που μπορεί να αντέξει τη στιγμή που το ποίημα γίνεται συνείδηση. Αλλιώς φεύγουν τα πάντα χωρίς καν να προλάβουν να ικετεύσουν για μια στιγμή ακόμα. Τέτοιες στιγμές δεν υπάρχουν. Γιατί η ομορφιά γίνεται τρομερή μητέρα, τρώει τον χρόνο και τον χώρο για να χωρέσει. Μαζί με τα παιδιά της. Τα πάντοτε πεινασμένα παιδιά της που τρυπώνουν μέσα στα ποιήματα για να χορτάσουν την πείνα τους κι όταν δεν βρίσκουν τροφή, τρώνε τα ποιήματα. Και στο τέλος δεν απομένει τίποτα. Μήτε ένας ωραίος στίχος.

Και να μην πεις ότι τέτοια πράγματα δεν γίνονται. Γίνονται και παραγίνονται. Η ομορφιά είναι πράγμα απτό. Όπως το ποίημα. Όπως το αίμα μέσα στο ποίημα, μέσα στην ομορφιά. Το αίμα που ξεχειλίζει από τον στίχο της περίπτωσης, φεύγει και χάνεται μέσα στο σπάταλο «για πάντα». Για πάντα όμως.

Ώστε να πιάσουμε τον ταύρο της σπατάλης από τα κέρατα, ακόμα και με τον κίνδυνο αυτής της ακραίας ισορροπίας που λέγεται «ταυροκαθάψια» ανάμεσα στον τρόμο του παρόντος και στον τρόμο του μέλλοντος. Να βρούμε χώρο γι’ αυτό το ζώο της ζωής που ετοιμάστηκε για τη θυσία, αλλ’ όμως δεν το θέλει. Θέλει να ζήσει. Το ζώο είναι ο στίχος και η ζωή το ποίημα. Αν το ζώο φονευθεί η ζωή τελειώνει. Αν δεν υπάρχει ζωή, το ζώο γονατίζει. Και δεν ξανασηκώνεται.

Κι εμείς θα μείνουμε μόνοι και απελπισμένοι από τη νίκη μας που δεν θα είναι η ομορφιά, αλλά το σκοτωμένο είδος της: αυτό που γλιστράει από παντού και δεν υπάρχει ταύρος ζωντανός να το πετάξει με τα κέρατα ψηλά, μαζί με τα ποιήματα, μαζί και με τους ποιητές, καθώς οι θεατές της ομορφιάς θα ουρλιάζουν έντρομοι από το αίμα που πέφτει στα κεφάλια τους και στα κεφάλια των παιδιών τους.