Η Μουργκάνα μέσα στους αιώνες

[ ARti news / Ήπειρος / 26.01.17 ]

Η οροσειρά της Μουργκάνας ή αλλιώς «Ορη Τσαμαντά » βρίσκεται ΒΔ της Ηπείρου στην οροθετική γραμμή Ελλάδας -Αλβανίας. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ορεινό συγκρότημα που ξεκινάει στην Ελλάδα και τελειώνει στην Αλβανία. Το τμήμα που βρίσκεται στο ελληνικό έδαφος ξεκινάει από το χωριό Λίστα και τελειώνει βορείως του Τσαμαντά.

Το Κάστρο στο Γαρδίκι ή «Πύργος της Μονοβύζας», Βασίλισσας των Ιλλυριών (231 π.Χ.) και ο μύθος της που είναι ζωντανός ακόμα και σήμερα, το Κάστρο της Ραβενής όπου σύμφωνα με εκτιμήσεις ορισμένων ιστορικών πρόκειται για την τοποθεσία που ήταν κτισμένη η αρχαία πόλη Φάνοτα ή Φανωτή, η σημερινή Μπράνια που βρίσκεται εκεί που πιθανά ήκμασε το ξακουστό Βρυάνιο με συμμετοχή στην εκστρατεία του Πύρρου στην Ιταλία (280-270 π. Χ.), αλλά και η τυχαία ανακάλυψη του κιβωτιόσχημου τάφου στο Κεφαλοχώρι (Γλούστα) το 1993, γεμάτου με πολλά και αξιόλογα κτερίσματα της Ελληνιστικής Εποχής (250-300 π. Χ.) είναι μερικά στοιχεία, από τα πολλά, που αποδεικνύουν την παρουσία της περιοχής στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Οι οχυρωμένοι οικισμοί της περιοχής καταστράφηκαν από τον Ρωμαίο Στρατηγό Αιμίλιο Παύλο Β περί το 168 π.Χ. (Hammond) μετά την ήττα του Βασιλιά της Μακεδονίας Περσέως στην Πύδνα της Μακεδονίας και σε αντίποινα της καταστροφής που είχε προξενήσει ο Βασιλιάς Πύρρος της Ηπείρου κατά την εκστρατεία του στην Ιταλία. Σύμφωνα με άλλες πηγές, η Θεσπρωτία δεν φαίνεται να είχε πληγεί τόσο πολύ από τους Ρωμαίους όσο η χώρα των Μολοσσών (σημερινή περιοχή Ιωαννίνων), για την οποία υπάρχουν γραπτά του λατίνου ιστορικού Τίτου Λίβιου. Από το 400 μ.Χ. άρχισαν από τη Δύση οι εισβολές Γότθων, Βησιγότθων, κ.ά. που συνεχίστηκαν για πολύ καιρό και προκάλεσαν καταστροφές στην περιοχή. Η διατήρηση πολλών λέξεων και τοπωνυμίων σλαβικής προέλευσης δείχνει ότι οι Σλάβοι κατά την κάθοδό τους (6ος αιώνας) μέχρι και την Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν και στην περιοχή, τόσο στα σημεία όπου υπήρχε ανέκαθεν κατοίκηση όσο πιθανά και σε νέα. 

Γύρω στον 7ο αιώνα τοποθετείται η δημιουργία της Μονής Γηρομερίου, η οποία καταστράφηκε κατά τον 9ο αιώνα για να κτιστεί στη θέση της από τον Όσιο Νείλο η σημερινή Μονή, στις αρχές του 14ου αιώνα, μεταξύ του 1310 - 1320. Στην ίδια περίοδο πιθανά έχει την αρχή της και η Εξαρχία Γηρομερίου (σύστημα εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή που ανήκε αμέσως στον Πατριάρχη). Στην Εξαρχία Γηρομερίου, με έδρα την ομώνυμη Μονή, ανήκαν δώδεκα ή κατά περιόδους και περισσότερα χωριά της γύρω περιοχής, ανάμεσα στα οποία αναφέρονται στα Πατριαρχικά σιγίλλια (1667, 1733 και 1759): το Λίμποβο (σημερινό Κρυονέρι), η Αράχωβα (σημερινό Ριζό), το Άνω Ξέχωρο, το Κάτω Ξέχωρο και η Κεραμίτσα Επίσης, η ύπαρξη Μετοχίων της Μονής Γηρομερίου σε άλλες θέσεις της περιοχής Μουργκάνας, πολύ κοντά σε χωριά της, μπορεί στο πλαίσιο μιας πιο συστηματικής έρευνας να δώσει περισσότερα στοιχεία για την περίοδο και τον τρόπο ανάπτυξης των οικισμών.

Ο τόπος άρχισε να γνωρίζει συγκέντρωση και ανάπτυξη πληθυσμού τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα. Το δεύτερο κύμα εποικισμού αποτέλεσαν οικογένειες που κατοικούσαν νοτιότερα, στα πεδινά και περισσότερο εύφορα εδάφη της επαρχίας Φιλιατών. Σημαντικό γεγονός για την περιοχή στη σκληρή εκείνη περίοδο υπήρξε η παρουσία του Κοσμά του Αιτωλού, που περιόδευσε τα χωριά και στήριξε το φρόνημα των κατοίκων τους. Το 1854, οι κάτοικοι των χωριών συμμετείχαν καθολικά στην επανάσταση της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, χωρίς όμως να πετύχουν στον αγώνα τους αυτόν λόγω των πολιτικών επιλογών των μεγάλων δυνάμεων της περιόδου. Αργότερα ακολούθησε το αγροτικό ξεσήκωμα των 16 χωριών της Μουργκάνας εναντίον των Αγάδων των Φιλιατών που θέλησαν να επιβάλουν την τσιφλικοποίηση της περιοχής. Άρχισε το 1858 και φτάνει στη δραματική του κορύφωση το 1866 με την πορεία 1000 κατοίκων στα Γιάννενα.

Ο αγώνας των κατοίκων των χωριών συνδέεται στην τελευταία του φάση άμεσα με τους αγώνες απελευθέρωσης της Ηπείρου 1912 - 1913 και την παράλληλη εξουδετέρωση των σχεδίων των αλβανών εθνικιστών να προσαρτήσουν την περιοχή μέχρι τον Καλαμά εν όψει της επικείμενης διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αγώνας των χωριών της Μουργκάνας συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου ενάντια στους αγάδες, τους νομικούς τύπους και τις πολιτικές υπαναχωρήσεις, με επικεφαλής το λογοτέχνη Χρήστο Χριστοβασίλη, για να λήξει το 1930 στην αίθουσα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Οι θυσίες πολλές και το τίμημα μεγάλο αλλά φτωχό το αποτέλεσμα, αφού ακόμα και σήμερα παραμένει άλυτο το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της περιοχής

Τα χωριά της Μουργκάνας έγραψαν τη δική τους ιστορία στο Έπος του ΄40-΄41 και στην Εθνική Αντίσταση. Στην περίοδο του Εμφυλίου, τα βουνά, οι ράχες και οι ρεματιές της Μουργκάνας ποτίστηκαν με πολύ αίμα και δάκρυα. Ήταν ίσως το πιο σκληρό χτύπημα αφού ολοκλήρωσε τη μαζική φυγή των κατοίκων προς τα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα. Καλαντζήδες, χαλκουργοί, βαενάδες (βαρελοποιοί), αρτεργάτες, αρτοποιοί κι άλλοι επαγγελματίες αναγκάστηκαν να φύγουν για άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά και την Αμερική, τη Ρουμανία προπολεμικά ή τη Γερμανία μετά το 1950. Οι ξενιτεμένοι, δεμένοι ψυχικά με τον τόπο τους συνέχισαν να δημιουργούν στα χωριά τους σημαντικά έργα ευποιίας με ευεργεσίες και δωρεές.

Για την Μουργκάνα έχουν γραφεί αρκετά, ξεχωριστή θέση όμως κρατάει το διχασμένο αυτό βουνό στα βιβλία του Ποβλιώτη συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου. Βιβλίο για την Μουργκάνα εχει γράψει επίσης και ο Κώστας Τσαντίνης.