Είναι βαριά δουλειά ο Μιχάλης Κατσαρός

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 20.11.20 ]

  Έχω δουλειά σήμερα. Βαριά και ανθυγιεινή δουλειά. Σήμερα πρέπει να ανακαλύψω από την αρχή, την ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού. Διάπορος, κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. «Τόπος») και το φυλλομετρώ. Δεν είναι που ξαναβλέπω μεγάλες αγάπες που εποίησαν τη ζωή μου.  Δεν είναι που σ’ αυτό το βιβλίο υπό τον τίτλο «Μείζονα ποιητικά» περιλαμβάνονται λόγια από τεράστιες υπόγειες νεροσυρμές (αλλά με φτερουγίσματα αγγέλων) που παρέσυραν το κορμί μου. Δεν είναι που το «Μεσολόγγι» μ’ έμαθε ότι «αρκείτω» έξοδος (ή και είσοδος στην via crucis της ιστορίας) για να κάνεις χαλάλι το αίμα στη λέξη αίμα, δηλαδή χαλάλι καμωμένο από διάρκεια, κόβοντας εισιτήριο για το ταξίδι προς την αφρισμένη λύπη, και την αφηνιασμένη γραμμή Μαζινό μιας αόρατης αξιοπρέπειας και μιας δυσπρόσιτης αξιοφρένειας. Δεν είναι που προσχώρησα σ’ εκείνο το «Οροπέδιο» όπου καλλιεργείς σύννεφα από γρανίτη που βρέχουν πέτρες λιθοβολισμού, που βροντούν κι αστράφτουν καθώς η ιδέα πέφτει σαν το κριάρι πάνω στα φράγματα και μεσ’ το κρύο του καιρού βγάζει γεράκι απ’ τα ρουθούνια του μουσικού επιχειρήματος εκείνης της σιωπής που δεν ετελεσφόρησε. Και ούτε πρόκειται ποτέ. Γιατί πάει βαθιά. Πιο βαθιά από το ποίημα. Ποιο βαθιά από τους Σαδδουκαίους.

 Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο που περιέχει και το «Κατά Σαδδουκαίων». Κι έχω βαριά δουλειά, γιατί ξέρω ότι το ποίημα πάει πιο πέρα από το ποίημα. Καταπίνει τις πικρές του λέξεις, ακριβώς γιατί είναι πικρές και ακριβώς γιατί το ποίημα είναι το ποίημά Του. Αυτό δεν αντέχεται εύκολα. Ο Μιχάλης Κατσαρός δεν αντέχεται εύκολα.

Γι’ αυτό έχω σήμερα βαριά και ανθυγιεινή δουλειά. Γιατί κρατώ στα χέρια μου μια βόμβα που πρέπει να εκραγεί στα σπλάχνα μου, αν θέλω να είμαι ειλικρινής με την ποίηση. Το βιβλίο ανασύρει νεκρό τον Μιχάλη Κατσαρό από τα ορυχεία του ουρανού, από τις στοές των λέξεων που ανατινάχθηκαν πριν καν προλάβει να ειπωθεί το ανείπωτο.

Ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού άγνωστα μέχρι σήμερα, που σε κάνουν να σκεφτείς πολύ σοβαρά αν ό,τι ήξερες μέχρι τώρα για το «σήμερα» ήταν αρκετό. Ένας άγνωστος εθνικός ύμνος της σιωπής που αφορά όλες τις επαναστατημένες σιωπές, όλες τις γλώσσες που είναι πάντοτε επαναστατικές γι’ αυτό σπάζουν οι αυθέντες τα δόντια των γλωσσών, γι’ αυτό σπάζουν οδοντοστοιχίες ολόκληρες από συντάγματα ποιητών, από στρατεύματα ποιημάτων ακόμα κι όταν έχουν πεθάνει. Όχι μια. Αλλά και δυο και τρεις φορές. Γιατί ξέρουν ότι η ποίηση δεν ηττάται. Κι ας πεθαίνει σε όλους τους πολέμους. Και μια και δυο και τρεις φορές.

Εγώ όμως κρατώ στα χέρια μου αυτό το βιβλίο που περιέχει άγνωστα ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού και τελειώνει μ’ ένα «Επιτύμβιο» γραμμένο με κεφαλαία γράμματα απ’ τον ποιητή:

«ΕΔΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΗΣΥΧΟΣ Ο ΜΙΧΑΛΙΟΣ

ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ

ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΣΤΕΛΝΟΥΝΕ ΧΑΡΤΙΑ

ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΛΟΥΝΕ».

Γι’ αυτό λέω έχω βαριά δουλειά σήμερα. Και αύριο. Και του χρόνου. Γατί πάντοτε θα έρχονται ποιήματα που θα καλούν στις τάξεις ενός στρατεύματος Ικάρων τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό. Δηλαδή όλους τους ποιητές σε όλους τους πολέμους που αδιάκοπα υπάρχουν και γίνονται άμμος, τριμμένη θάλασσα, σφαγμένο Μεσολόγγι για μια έξοδο.  για ένα πανηγύρι πάνω στ’ άλογα του Άη Συμιού. Για ένα οροπέδιο με πέτρες μαύρες φονικού, «Κατά Σαδδουκαίων». Α, ναι. Βαριά και ανθυγιεινή δουλειά να βγάζεις από την ανένδοτη επιφάνεια της εδαφιέας ιστορίας τον «τάπητα των πολυκατοικιών» που έκρυψε τόσα χρόνια τα ποιήματα του Μιχάλη Κατσαρού. Και τόσα άλλα ποιήματα. Να ξεσκεπάζεις μια αποτυχία της λύπης, που μπορεί, ωστόσο, να σε οδηγήσει σε άλλες, πιο νικηφόρες θωπείες της κραυγής. Βαριά δουλειά, χειρωναξία αιώνων μέσα σε λίγες λέξεις. Αυτή η βαριά και ανθυγιεινή δουλειά που λέγεται Μιχάλης Κατσαρός. Γιατί,  βλέπεις, η ποίηση δεν σου κολλάει, στην αλήθεια, ένσημα.