Είδα τον Νικόλα πάλι στον ύπνο μου

[ Δημήτρης Χριστόπουλος / Ελλάδα / 17.04.18 ]

Είδα τον Νικόλα πάλι στον ύπνο μου, να μου θυμίζει όλα εκείνα που ζήσαμε. Ήταν Σεπτέμβρης κι ανηφορίζαμε στον Λυκαβηττό. Με το γνωστό μπλε πουκάμισο καθόταν σκεφτικός σ’ ένα βράχο και μουρμούριζε την «εκδίκηση της γυφτιάς». Τι κάνεις βρε Νικόλα εδώ στην ερημιά; τον ρώτησα, και του ’δωσα τσιγάρο. Φοβάμαι «τα δήθεν» απάντησε. Γινήκανε πολλά τώρα τελευταία και μας πνίξανε. Και οι εξόριστες ψυχές, ρε γαμώτο, πώς μαραγκιάσανε έτσι απ’ το «χαράτσι». Πώς τα περνάς, εκεί πάνω; του είπα. Έχω συντροφιά τον Μανωλιό με τα «σύνεργά» του. Ποιητής από τους λίγους, αν και δεν το παραδέχεται. Αυτός μια ζωή «μέσω νεφών» ταξίδευε· ονειροβάτης άνθρωπος. Κρητικιά ψυχή, βλέπεις, ατίθαση, τρελή κι αδέσποτη. Εσύ, έχεις κανένα νταλκά; με ρώτησε. Τα κούφια λόγια, του απάντησα.

Όταν νιώθεις να κατρακυλάς στου κάτω κόσμου τα πηγάδια, «όταν κινδυνεύεις, παίξε την πουρούδα» και θ’ ανταμώσουμε. Και τα βράδια της σιωπής να στήνεις αυτί και ν’ ακούς τη «μάισσα σελήνη» να γλιστράνε τραγούδια από τα μάτια της.

Κι ένα αδιαπέραστο σύννεφο τον σκέπασε, την ώρα που έβγαινα απ' το σκοτεινό πηγάδι του ύπνου.