Ο Απρίλης των ποιητών

[ ARTI news / Ελλάδα / 01.04.20 ]

Ο Απρίλιος είναι ο τέταρτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου  και πήρε το όνομά του από το λατινικό ρήμα eperio, που σημαίνει ανοίγω, αφού αυτόν το μήνα ανοίγουν τα άνθη, τα δένδρα, ο καιρός, η πλάση όλη. Κάποτεήταν αφιερωμένος στη θεά Αφροδίτη. Την τιμούσαν τον Απρίλη οι γυναίκες, κάθε 1η του μήνα, με τελετές και λουλούδια, κυρίως μυρσίνες.

«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός», γράφει ο ΤS Eliot στην «Έρημη Χώρα», καθώς σμίγει «θύμηση κι επιθυμία». Κάθε Απρίλη ας θυμόμαστε τον Μαγιακόφσκι που αυτοκτόνησε στις 14 Απρίλη του 1930 χωρίς «ούτε μια γκρίζα τρίχα στην ψυχή του», «ακουμπώντας σε ένα σύννεφο», «εκλιπαρώντας τον απωλεσθέντα παράδεισο». Στο σημείωμα που συντάσσει λίγο πριν από την αυτοκτονία του γράφει: «Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά. Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο.(..) Όπως λένε «Το επεισόδιο έληξε» η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα.  Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή προς τι λοιπόν η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων των συμφορών και των προσβολών; Νάστε καλά».

Είναι όμως κι ο μήνας της χαράς που ύμνησε ο Σολωμός:

«Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

……………………………………………………………………..

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

Είναι ο μήνας ο πλανευτής, ο Απρίλης των ερώτων και των λουλουδιών,των χαιρετισμών και της Ανάστασης, ο μήνας της νιότης και της ευαισθησίας,της χαρμολύπης.

Στο «Ημερολόγια ενός αθέατου Απριλίου», ο μήνας έχει μελαγχολική χροιά για τον Ελύτη:

«Έβαλα τα βιβλία μου στα ράφια, και στη γωνιά μια λυπημένη Αγ-

γελική.

Το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε πάει, το ξόδεψα όλο.

Έτσι θέλω να μ' έβρει ο ερχόμενος χειμώνας, χωρίς φωτιά, μ' ένα

κουρελιασμένο παντελόνι, ν' ανακατεύω άγραφα χαρτιά σαν να ο-

δηγάω την ορχήστρα την εκκωφαντική ενός ανεκλάλητου Παρα-

δείσου».                 

«Άραγες να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους

η ίδια;»

«Ακόμη βρέχει. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλο-

φορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη

ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία».

Στην «Ηλικία της γλαυκής θύμησης» ταυτίζεται με τον έρωτα:

«Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο

        βάρος σου

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία

Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη

Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες - Μα θυμάμαι πόνεσες

Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια

Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται παντοτινά του

ο χρόνος

Σ’ άφησα τότες

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια

Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω

Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό

Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει

Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας

Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο».

ΤζιόρτζιοΚαπρόνι(*)

Από «Στίχοι του Λιβόρνο»

Η πρωινή έξοδος

Πώς κατέβαινε κομψούλα

κι ολόφρεσκη τις σκάλες η Αννούλα!

 Δαγκώνοντας τη χρυσή αλυσιδίτσα

άνοιγε βιαστικά την πορτίτσα

αφήνοντας πίσω στο σκοτάδι

της πούδρας συννεφάκι σαν χάδι.

 

Μόλις που χάραζε το φως,

σαν μαραμένος του ματιού ιστός.

Οι χωνεμένοι δρόμοι άναβαν,

 όπου τα βήματά της πάταγαν!

 

Ακούγοντάς την η οδός Αμεντέο,

ξυπνούσε σ’ όνειρο ωραίο.

Δεν ήταν γι’ αυτήν κάτι νέο

η ελιά στο χείλι, η κεφάτη

περπατησιά – η σφιχτή

ζώνη που τον αβρό και τον μπερμπάντη

(η Αννούλα έκανε χάζι)

έσπρωχνε στης δουλειάς το μαράζι.

 

Ντυμένη στο λινό και στην νταντέλα

προχώραγε η βασίλισσα κοπέλα.

Προχώραγε με πρόσωπο ανοιχτό

(μα και με φρόνιμο παρθενικό πλευρό)

και τα πασούμια της στη γειτονιά

αντίλαλους σκόρπιζαν σε κάθε γωνιά.

 (Μετάφραση: Φ. Γκικόπουλος)

 (*) Η ποίησή του, που αναμιγνύει λαϊκή και λόγια γλώσσα, εκφράζει μια επίπονη προσήλωση στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής (τόπους και πρόσωπα αγαπητά) και δημιουργεί ένα είδος «οικιακού έπους»(Λιβόρνο 1912 – Ρώμη 1990)