Έλλη Λαμπέτη: Σκληρή σαν το διαμάντι…

[ ARti news / Ελλάδα / 03.09.17 ]

 

Της Κατερίνας Σουβλή                                                                                                  

 

Γεννήθηκε στα Βίλλια ως Έλλη Λούκου και μεγάλωσε στο θέατρο ως Έλλη Λαμπέτη.

 Ξεκίνησε 16χρονη με τη Χάνελε που πάει στον παράδεισο.

«Τουλάχιστον εδώ στην Ελλάδα δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί ένα δεύτερο πλάσμα να ενσαρκώσει αυτό το αέρινο, πάναγνο, ευγενικό και δυστυχισμένο πρόσωπο που συνέλαβε, μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, ο ποιητής. Η Λαμπέτη έχει το παρθενικό ύφος και ήθος, που απαιτεί ο δυσκολότατος και παθητικός αυτός ρόλος».

Σπύρος Μελάς (1942)

 Μεταμορφώθηκε σε εύθραυστη Λάουρα στο Γυάλινο κόσμο και σε τρυφερή Αντιγόνη.

Ιδανική Νύφη στο Ματωμένο γάμο, παιχνιδιάρα Βιργινία στο Φιόρο του Λεβάντε και λαϊκό Κουρελάκι.

Δροσερή Άνι στο Ήταν όλοι τους παιδιά μου και Μπριγκίτα στο Χαμένοι στο σκοτάδι.

Ροζίνα στον Κουρέα της Σεβίλλης, Φανίτσα στους Φοιτητές.

Αξιολάτρευτη Πεγκ και αλησμόνητη Κάθριν στην Κληρονόμο (για την ερμηνεία της στα δύο αυτά έργα τιμήθηκε με το Έπαθλο Κοτοπούλη).

«Μας αποκάλυψε μιαν αξιοθαύμαστην ωριμότητα ταλάντου που συνδυάζει προσόντα σχεδόν μοναδικά διά την σκηνήν μας. Υπήρξεν τόσο πειστική εις την υπόκρισίν της, τόσον αληθινά συγκινητική εις τας εκρήξεις του απεγνωσμένου αισθήματος και τόσον ερασμία εις την πικράν αυτοκυριαρχίαν των τελευταίων σκηνών, ώστε αμφιβάλλω εάν θα επιχειρηθεί ποτέ από άλλην ηθοποιόν του Ελληνικού Θεάτρου η ερμηνεία ενός ρόλου που θα παρακολουθεί πάντοτε ως σκιά την πρώτη διδάξασαν».

Αιμ. Χουρμούζιος (1949)

 

Ισαβέλλα στο Πρόσκληση στον Πύργο, Λουΐζα στο Λίλιομ και απελευθερωμένη Νόρα, χαμένη Οφηλία και γοητευτική Ζιζή, Αγία Ιωάννα.

 Βάιολετ στο Τελευταίο βαλς.

«Η κ. Λαμπέτη είναι μια Βάιολετ θαυμαστή στις ψυχολογικές αποχρώσεις της και στις μεταβάσεις από το ένα στο άλλο συναίσθημα. Το παίξιμό της –λεπτότατη μουσική δωματίου– αξιοποιείται ιδιαίτερα στη σκηνή του θεάτρου Μουσούρη, που προσφέρει τον ηθοποιό στο θεατή σαν ανοιχτή παλάμη».

Άγγελος Τερζάκης, Το Βήμα (10.2.56)

 

Φοίβη στον Αριστοκρατικό δρόμο, Μάγκι στο Βροχοποιό, Ζακλίν στο Ένα ζευγάρι παπούτσια, Γκιτλ στο Παιχνίδι της μοναξιάς, Μαργαρίτα στην Κυρία με τις καμέλιες, Σιμόνη στο Εραστής από χαρτόνι.

Παθιασμένη Άνι Σάλιβαν, ευαίσθητη Έμιλι στη Μικρή μας πόλη και Σαμπρίνα.

Θαυμαστή Κάρολ στο Ανοιξιάτικο τραγούδι.

 Γεμάτη λάμψη και τσαχπινιά Λίζι Πάρκερ στο Ξυπόλητη στο πάρκο.

«Η Έλλη Λαμπέτη είναι αυτό ακριβώς που περιμένει κανένας απ’ την ποίηση! Αυτή η αισθητική συγκίνηση, η λεπτή και εύθραυστη έκπληξη, αυτό το κάτι, που το περιέχει η παρουσία του ηθοποιού στη σκηνή, τότε η σκηνή είναι γεμάτη πάντα, είναι ένας κόσμος που λάμπει».

Κωστούλα Μητροπούλου, Ημέρα (1964)

 Συγκλονιστική Μπλανς στο Λεωφορείο ο πόθος.

«Η Blanche Du Bois της Έλλης Λαμπέτη θα μείνει σαν μια ωραία στιγμή της ελληνικήε ηθοποιίας. Αυτή η μετανάστις του ονείρου, αλκοολική της ζωής, που έχει μέσα στην ψυχή της θησαυρισμένη μια χαμένη θωπεία της ευτυχίας κι ένα τραγούδι σωπασμένο για πάντα, έζησε προχθές στη σκηνή των “Διονυσίων” το δράμα της. Το έζησε με την παλμώδη αληθινότητα ενός υποκριτικού ταλάντου, που παρεμέριζε όλες τις άλλες αναμνήσεις από τη σκηνή και από την οθόνη, και εγένετο πάλιν μια ύπαρξις παρθενική, ξεπεταγμένη από την έμνευση του δημιουργού της, επιβάτις μοναχική του σαραβαλιασμένου λεωφορείου, που θα την έφερνε στη φτωχογειτονιά της Νέας Ορλεάνης».

Αιμ. Χουρμούζιος, Καθημερινή (1965)

 Γοητευτική στα Σαράντα καράτια.

 Σπιρτόζα Πέπσι.

«Για την Πέπσι της Έλλης Λαμπέτη, μια μονολεκτική διαπίστωση: χάρμα».

Κ.Ο., Έθνος (6.12.66)

 13χρονη Φράνκι.

«Έτσι η ερμηνεία της Φράνκι, κι αν δεν απετέλεσε ένα “θεατρικό θαύμα”, μπορεί να γραφτεί στο ενεργητικό τής Λαμπέτη σαν μια επίτευξη, που δεν ξέρουμε αν εύκολα άλλη Ελληνίδα ηθοποιός θα είχε τις δυνατότητες να ξεπεράσει».

Γιώργος Κάρτερ, Νέα Πολιτεία (17.12.69)

 Λιούμπα στο Βυσσινόκηπο.

«Κάθε λέξη, κάθε στιγμή της παρουσίας της Έλλης Λαμπέτη μου ξαναφώτισε το έργο».

Αλέξης Διαμαντόπουλος, Καθημερινή (9.2.75)

 Ανεπανάληπτη Δεσποινίς Μαργαρίτα.

«Αλλά η Έλλη Λαμπέτη μάς αποκαλύπτει συγχρόνως μια κλίμακα υποκριτικής που δεν τη γνωρίζαμε έως τώρα. Με εξαιρετική δεξιοτεχνία περνάει από όλες τις αποχρώσεις μεταξύ του κωμικού και του τραγικού, του έξαλλου και του ήρεμου. Η κατάμεστη αίθουσα επί μιάμιση ώρα πάσχει και αγωνιά μαζί της. Κι όταν καταλήγει, με μια φωνή χαμηλή και γεμάτη συγκίνηση, στο συμπέρασμα ότι την ευτυχία του ο άνθρωπος εξασφαλίζει επιδιώκοντας πάντοτε να προσφέρει καλοσύνη, κανείς δεν λέει να κουνήσει από το κάθισμά του… Η Έλλη Λαμπέτη έχει σήμερα όλο το δικαίωμα να πει το καλλιτεχνικό “νυν απολύοις τον δούλον σου, Δέσποτα”»!

Αλκιβιάδης Μαργαρίτης, Τα Νέα (1975)

 Γλυκύτατη Ίρμα.

Τυφλόμυγα και Γλυκιά Μπέρντι στις Μικρές αλεπούδες.

 Φθινοπωρινή ιστορία με τον Κατράκη.

«Ανέλυσε τον εσώτατο σπαραγμό της ηρωίδας με μια σπάνια διαύγεια τόνου και με μια άκρα διακριτικότητα. Ποτέ δεν είδαμε τόση απόλυτη κυριαρχία στα εκφραστικά της μέσα, τόση καθαρότητα και τόσο πλούτο στις αποχρώσεις, τέτοια ευγένεια στην ελάχιστη κίνηση και μάλιστα σ’ ένα επίπεδο όπου θα ’λεγε κανείς ότι δεν μπορούσε να το φανταστεί».

Φ. Ηλιάδης

 Αισθαντική Φιλουμένα Μαρτουράνο.

«Εκφραστική και όταν ακόμα σωπαίνει. Με τονικές διαβαθμίσεις και αποχρώσεις λόγου ορθοφωνημένου, σ’ όλες τις φάσεις κι εναλλαγές του ρόλου της. Με τη σιγαλινή αισθαντικότητα και την εκρηκτική σταθερότητα της ηρωίδας. Μια ζωντανή και πειστική Φιλουμένα».

Μπάμπης Κλάρας, Βραδυνή (20.11.78)

 Προξενήτρα Ντόλι.

«Πλάθει μια Ντόλι Λεβί με μια, αντίστοιχη προς τον πανέξυπνο λόγο, χειμαρρώδη αλλά και απρόσκοπτη εκφορά του, κατά τρόπο που επιτονίζει τα καίρια σημεία του και συναρπάζει το κοινό, με όλη φυσικά την άνεση και την εκφραστικότητα της καλλιτεχνικής της δημιουργικότητας».

Φ. Ηλιάδης

 Βουβή… Σάρα στα Παιδιά ενός κατώτερου Θεού.

«Η Λαμπέτη είναι συγκλονιστική. Δεν κρίνεται πια σαν ηθοποιός, αλλά σαν μια πολιτιστική καταβολή του τόπου τούτου. Η ερμηνεία της δίνει άλλη διάσταση στον όποιο ρόλο, και συχνά δεν ξέρεις αν ο συγγραφέας είχε τόσα να πει, όσα λέει με την πολυδύναμη ερμηνεία της η μεγάλη αυτή καλλιτέχνις».

Φ. Ηλιάδης

 Ήταν η Πιο δυνατή, Ανθρώπινη φωνή, η Εβραία, Όλια, μια ψυχούλα, η Ψεύτρα και μετά Την έχασα

Ήταν 2 του Σεπτέμβρη του 1983…

  

 

Έλλη Λαμπέτη

…πλάσμα της φαντασίας απροσδιόριστο, οικείο και μακρινό, γνώριμο αλλά απρόσιτο…

 

Ποια είμαι; Από πού ήρθα; Δεν το ξέρω.

Σε τοπία πανάρχαια παίζω και χορεύω,

περπατώ αθόρυβα σαν μια υπνοβάτισσα,

είμαι φτιαγμένη απ’ όνειρο και χιόνι. Ρίτα Μπούμη Παπά

 Η Έλλη Λαμπέτη είναι ένα μοναχικό Ιερό Τέρας. Μοναχικό ακριβώς επειδή είναι Ιερό. Τα Τέρατα είναι μοναχικά επειδή αρνούνται την εποχή μας. Στον αιώνα του «Ομαδικού» το Ιερό Τέρας, καθυστερημένος και ίσως μάταιος, αντάρτης, νιώθει και βάνει σ’ ενέργεια τον πειρασμό να επιβάλλει την άποψή του στους αντιφρονούντες. Και να τους νικάει. Ή να τους υπνωτίζει.

Η Λαμπέτη είναι άτομο σκληρό. Με το νόημα που και το διαμάντι είναι σκληρό και δεν χαράζεται εύκολα. Πάνω στην ηθοποιό Λαμπέτη σχεδόν ποτέ δεν θα δεις χαράγματα από σκηνοθέτη ή από το έργο. Για το συνομιλητή της (Κοινό) η παγίδα είναι πως αυτή η σκληράδα επικαλύπτεται με ένα παρουσιαστικό εύθραυστο. Όταν παίζει, παρακολουθείς έναν αγώνα σχεδόν θανάσιμο: ένα αδύναμο κορμί που παλεύει να μη δραπετεύσει από μέσα του κάτι φυλακισμένο. Ίσως αυτό που λέμε ψυχή. Το αδύναμο αυτό κορμί αντιστέκεται γιατί, παράλογα, πιστεύει πως οι Μήδοι δεν θα διαβούνε. Το αποτέλεσμα αυτής της πάλης ενός ανίσχυρου κορμιού με μια πανίσχυρη ψυχή, είναι ένα λεηλατημένο, αλλά νικηφόρο πρόσωπο.

Παύλος Μάτεσις

 Η αληθινή δύναμη, το γνήσιο πάθος, η ουσιαστική επιβολή είναι θέμα και καρπός εσωτερικού παλμού, ψυχικής δόνησης, ηθικού μεγέθους. Και η Έλλη Λαμπέτη, που δίνει την εντύπωση «εύθραυστου», «ευάλωτου» πλάσματος, η Έλλη Λαμπέτη, που παίζει με ημιτόνια και αποχρώσεις, έχει τόσο άπεφθους παλμούς, βάθος, μέγεθος, ώστε τα ημιτόνιά της παίρνουν διαστάσεις απέραντου σπαραγμού κι οι αποχρώσεις της ακτινοβολούν θαμπωτικό φως

Μάριος Πλωρίτης

 Η Λαμπέτη κατάγεται από τον άνεμο και τη νεφέλη. Έχει άλλο ήθος, είναι πλασμένη από το υλικό του ονείρου· σαν τον άνεμο πνέει όπου θέλει, εισχωρεί μέσα στις πιο αδιόρατες σχισμές της ψυχής μας και τις πληροί πνεύματος σαν τη νεφέλη· ταξιδεύει στον αιθέρα αλλάζοντας σχήματα, διαχέοντας το φως, εγκυμονώντας τη γόνιμη βροχή και πότε πότε τίκτοντας τον κεραυνό· εκείνο τον κεραυνό που κατέκαψε κάποτε τη Σεμέλη, έγκυο στον Διόνυσο.

Σαν το όνειρο, πλάσμα της φαντασίας απροσδιόριστο, οικείο και μακρινό, γνώριμο αλλά απρόσιτο, σώμα από αχλύ, ατμό, αλλά σαγηνευτικό, ερωτικό και πάλι αξεδίψαστο.

Η Λαμπέτη έχει το ύφος και το ίχνος της μορφής και της περπατησιάς των σεληνιακών θεαινών της Άρτεμης, της Πασιφάης, της Αστάρτης, μόνο που λες πως η ειδή του έχει από επιδέξιο μάστορα χαραχθεί, ερωτικά, νυχτέρια ολόκληρα πάνω σε μινιατούρες από αχάτη, κι άλλοτε πάλι από τιτανόλιθο.

Είναι τα μάτια της, αυτά τα πελώρια μάτια τα συνεχώς διαπορούντα, τα έκπληκτα, που κάθε φορά κοιτούν τον κόσμο σαν να τον ανακαλύπτουν εκείνη τη στιγμή. Αυτά τα μάτια κανένας ηθοποιός, εκτός από τον Χορν, δεν τα αντιμετώπισε κατάματα. Δεν ξέρω αν το προσέξατε, όσοι συνεργάστηκαν μαζί της στη σκηνή, έπαιζαν συνήθως με χαμηλωμένα τα μάτια ή όταν το κείμενο υποχρέωνε, την κοιτούσαν αλλά το βλέμμα παράπαιε και λοξοδρόμιζε πότε αριστερά, πότε δεξιά, πότε πάνω από τα μαλλιά της. Ποιος να αντέξει αυτά τα μάτια, τα γεμάτα ερωτηματικά, τα άπληστα, τα λαίμαργα μάτια, τα πλημμυρισμένα υπαρξιακά «γιατί»; Το βλέμμα της Λαμπέτη ετάζει νεφρούς και καρδιές. Όταν ακινητοποιήσει πάνω σου αισθάνεσαι μια αφόρητη ενοχή και κοκκινίζεις. Δεν είναι βλέμμα ερωτικό· είναι βλέμμα ενός βαθιού παράπονου, που στο βυθό του διακρίνεις μια παιδική απαρηγόρητη θλίψη.

Είναι το στόμα της λεπτό, πεισματικό· λίγο δαγκωμένο στο κάτω χείλη, στόμα αμήχανο και όμως συχνά έτοιμο να αυθαδιάσει· ανέμελο και πότε πότε στοχαστικό· ευερέθιστο· αεικίνητο· πλασμένο να μιλεί.

Αυτά τα ψευδίζοντα χείλη, τι δεν είπαν οι ηλίθιοι για το ψεύδισμά της! Αλλά τι να πουν, όταν δεν συλλαμβάνουν τη ζωή ως αιφνιδιασμό, όπως εκείνη.

Η Λαμπέτη σχηματίζει το λόγο κάθε φορά για πρώτη φορά. Η γλώσσα της, η γραμματική της, η σύνταξή της δεν επαναλαμβάνεται από τον ετοιμοπαράδοτο κώδικα του περιβάλλοντος. Γίνονται εκείνη τη στιγμή· προσπαθούν να συλλαβίσουν το λόγο, να τον γευστούν, να τον κτίσουν συλλαβή συλλαβή.

Η Λαμπέτη δεν ψευδίζει, εγκαινιάζει, κάθε φορά που αρθρώνει, μια νέα επαφή με τη λέξη και μέσα από τη λέξη μια νέα επαφή με τα πράγματα.

Όταν ο Άγγελος εμφανίστηκε στη Μαρία για το «χαίρε, κεχαριτωμένη», μόνο αν ψεύδιζε σαν τη Λαμπέτη, θα μπορούσε να μεταφέρει «φυσικά» το πρωτοφανές του μήνυμα.

Πάνω στη σκηνή το άρτιο λεξιλόγιο των άλλων ηθοποιών, όταν ακούγεται παράλληλα με το ψεύδισμα της Λαμπέτη γίνεται ψεύτισμα.

Είναι τα χέρια της αμήχανα, αεικίνητα, που συνεχώς ψαχουλεύουν τα πράγματα, που τρυπούν τον αέρα. Λες και θέλουν να σιγουρευτούν πως ό,τι αγγίζεται υπάρχει, πως και η ζωή μάς δόθηκε, πως και ο κόσμος είναι χειροπιαστός, στέρεος, ασφαλής. Η Λαμπέτη αγγίζει τα πράγματα για να τους δείξει την ευγνωμοσύνη της, επειδή υπάρχουν και μας χαρίστηκαν.

Κώστας Γεωργουσόπουλος

 

Τη χάσαμε;

 Σε σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες τη βρήκα, να σκορπάει ένα ανεξήγητο φως και να εκπέμπει μια πρωτόφαντη ακτινοβολία σχεδόν απτή, τόσο που νόμιζα πως θα ’παιρνε φωτιά η οθόνη κι εγώ μαζί της, πυρπολημένη από τις δικές μου επιθυμίες και τα δικά μου όνειρα. Κι ήξερα από τότε πως το να παίζεις είναι σαν να αναπνέεις και σαν να μην μπορείς ν’ αναπνεύσεις, σαν να καίγεσαι ολόκληρη και σαν να βυθίζεσαι σε παγωμένο νερό…

Κι ύστερα η φωνή της, στο Πεγκ, καρδούλα μου, στο ραδιόφωνο! Ταξίδι στο άγνωστο και στο αθώρητο, αναχώρηση αλλά και επιστροφή, προσμονή με πλησμονή αλλά και ένδεια.

Κι όταν είδα το Μια μέρα ο πατέρας μου ένιωσα πως η γοητεία ενός προσώπου δεν εξαρτάται μόνο από τα χαρακτηριστικά του αλλά, κυρίως, από κάτι άλλο που βρίσκεται πιο βαθιά, και αντανακλάται και διαχέεται και σε αιχμαλωτίζει και σε κερδίζει…

Στο θέατρο πρόλαβα να τη δω Φιλουμένα, Ντόλι και Σάρα.

Μπορούσα μόνο να φανταστώ πώς θα ήταν ως Μπλανς, δεσποινίς Μαργαρίτα, ακόμα και Χάνελε…

Κι είναι σαν να τη βλέπω, ακούγοντας και μόνο τα έξι μονόπρακτά της στο δίσκο:

Ως Η Εβραία που αποφασίζει να φύγει μόνη της πριν ο άντρας της αναγκαστεί να τη διώξει.

Ως Η πιο δυνατή, που δεν είναι.

Ως Η Όλια, μια ψυχούλα, μια γυναίκα, που ξέρει πάντα τον τρόπο ν’ αρχίζει από την αρχή.

Ως Η ανθρώπινη φωνή κάποιας που σπαράζει βιώνοντας την εγκατάλειψη.

Ως Η ψεύτρα, που παίζει ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.

Και τέλος το Την έχασα, ο Πιερότος που ψάχνει αυτήν ή αυτό που έχασε ή που δεν βρήκε ποτέ…

«Ποτέ μην πηγαίνετε σε πανηγύρια…

Εκεί βρίσκεις – εκεί χάνεις… Εκεί συναντάς – εκεί αναζητάς… Γιατί τώρα την αναζητώ… Δεν ξέρω πώς τη λένε… Τη φωνάζω… Χεπ! Χεπ! Χεπ! Την αναζητώ… Την αναζητώ… την αναζητώ. Την αναζητώ, μα θα την ξαναβρώ;»

Κείμενο στην Ατάκα της αείμνηστης Κατερίνας Σουβλή