Homo humanus

[ Γιώτα Αναγνώστου / Ελλάδα / 10.08.19 ]

Δεν κατάλαβα πώς. Δεν ένιωσα πότε. Πάντως είχε συμβεί. Είχα κυρτώσει τόσο πολύ που τα χέρια μου ακουμπούσαν στο έδαφος. Οι σπόνδυλοι, που όφειλαν να κρατούν όρθιο το κορμί, είχαν τόσο παραμορφωθεί και γείρει, ώστε είχα πια μεταμορφωθεί –με τη χρήση των κρεμασμένων χεριών για περπάτημα– σε τέλειο τετράποδο. Η συνειδητοποίηση ήταν ξαφνική, μα όχι λιγότερο οδυνηρή. Το αιφνίδιο  πονούσε περισσότερο, γιατί με γέμιζε ενοχές.

            Πώς δεν το πήρα χαμπάρι; Πώς δεν αντέδρασα διόλου στην αποκτήνωσή μου; Δεν μπορεί, δεν γίνεται, δεν έγινε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Χρειάστηκαν πολλές στιγμές. Πού ήμουν εγώ όλες εκείνες τις στιγμές;

            Θέλησα να ουρλιάξω αφήνοντας τον πόνο μου να ξεχυθεί. Ένα γρύλισμα ακούστηκε μονάχα, θλιβερό κι ύστερα  βαλανίδια που ’πεφταν στην κορύτα.