7. Φιλοσοφικοί στοχασμοί

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 11.07.18 ]

Φοβάμαι ότι έχει αρχίσει να μου σαλεύει. Διακρίνω μια σκοτεινή φιγούρα να κοντοστέκεται στην άκρη της ηλεκτρονικής οθόνης και να μου ζητιανεύει λέξεις. Χτυπάω σαν τρελός τα πλήκτρα και γράφω όποια ασυνάρτητη μαλακία έρχεται στο μυαλό μου, αλλά εκεί αυτή, συνεχίζει να στέκεται σαν μπάστακας μπροστά μου με προτεταμένο το χέρι και να μου ζητάει κι άλλες, πιο πολλές, ακόμη περισσότερες λέξεις. Πάει χρόνια τώρα που ταΐζω με τέτοιες λέξεις το τέρας της οθόνης και ό,τι βλέπω κάθε φορά να μένει κάτω απ’ το κείμενό μου σαν υπόλοιπο ή σαν υπόσχεση ή σαν παρακαταθήκη είναι οι κάτασπροι πάγοι των πόλων. Παρατάω αμέσως το πληκτρολόγιο και αφήνω το βλέμμα μου να περιηγηθεί στις βαθιές χαράδρες, τις ψηλές οροσειρές και τις ατέλειωτες πεδιάδες χιονιού που συνάχτηκε απ’ την εποχή των υπαρξιακών παγετώνων, απ’ τους προηγούμενους αιώνες της έντυπης φλυαρίας, απ’ τις τελευταίες δεκαετίες της ομιλούσας σιωπής και από τις πιο ανομολόγητες στιγμές του ιδιωτικού φόβου.

Και έτσι όπως κάθομαι άπραγος μπροστά στη λευκή οθόνη πιάνω τον εαυτό μου να μιλάει στα χαμένα σαν να απευθύνομαι στην άδεια καρέκλα ή μου ξεφεύγουνε στα καλά καθούμενα κραυγές βοήθειας σαν να με κυνηγάει κάποιος μανιακός μ’ έναν μπαλτά στο χέρι. Είναι μάλιστα φορές που νομίζω ότι δίνω διαλέξεις ενώπιον πολυπληθούς κοινού αποτελούμενου από ανθρώπους με ακρωτηριασμένα τα άνω και τα κάτω άκρα και με μια σταθερή γκριμάτσα κούρασης στο πρόσωπο τους που είναι ίδια ακριβώς με τη δική μου. Όταν πάλι βαριέμαι τον ήχο της φωνής μου, δεν έχω τι άλλο να κάνω απ’ το να ανοίγω συζητήσεις φιλοσοφικού κι ειδικότερα υπαρξιακού και αισθητικού περιεχομένου.

Τις προάλλες, για παράδειγμα, είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον ηλεκτροκαρδιογράφο γύρω απ’ την ευκλείδεια γεωμετρία. Στεκόταν εκεί σιωπηλός και με κοιτούσε κατάματα μ’ αυτή την οθόνη του καρδιογραφήματος που έχει αντί για πρόσωπο. Διέκρινα στο ύφος του ένα είδος ανυπόκριτης συγκατάβασης, που το πήρα σαν φιλική ή τουλάχιστον σαν μη εχθρική διάθεση. Δεν έχασα λοιπόν την ευκαιρία και του είπα.

Η έννοια της ευθείας γραμμής αποτελεί θεωρητική αφαίρεση χωρίς καμία εμπειρική επαλήθευση και πρακτική εφαρμογή στον αληθινό κόσμο. Αφού ό,τι μοιάζει να είναι ευθύ έχει πάντα μεγαλύτερες ή μικρότερες αποκλίσεις, εξοχές και εσοχές, κυρτώσεις και καμπυλότητες απ’ την ιδεατή ευθύτητά του. Και όμως όλη η ανθρώπινη δραστηριότητα απ’ τα οξυκόρυφα τόξα του γοτθικού ρυθμού μέχρι την κυρίαρχη αντίληψη για τη σεξουαλική συμπεριφορά και απ’ τη ρυμοτομία των αστικών δρόμων μέχρι την τακτοποίηση μιας ντουλάπας ρούχων υπαγορεύεται απ’ τη γεωμετρική έννοια της ευθύτητας, που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της νευρωτικής εμμονής, όπως συμβαίνει με το άλυτο πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου, που εδώ και δεκαετίες απασχολεί το μυαλό μου.

Οποιοσδήποτε άλλος δεν θα έχανε την ευκαιρία για να με αποπάρει, υπενθυμίζοντας με προσχηματική διακριτικότητα τη σχεδόν ευθεία στάση που έχει το κορμί μου στο κρεβάτι, πλην της άλλης ευθείας, κατακόρυφης τούτη τη φορά, που σχηματίζεται τις πιο ακατάλληλες στιγμές στην βουβωνική μου χώρα, αλλά ο ηλεκτροκαρδιογράφος με παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον και στο τέλος συμφώνησε με τις απόψεις μου, προσκομίζοντας μάλιστα και τη δική του εμπειρία: η ευθεία γραμμή, είπε, ισούται με τον θάνατο· το νόημα της ζωής βρίσκεται στις ανώτερες και στις κατώτερες απολήξεις της καμπύλης, στις τρόπον τινά γωνίες των κυρτώσεών της.

Μου αρέσει να κάνω τέτοιες βαθυστόχαστες συζητήσεις και ιδιαίτερα όταν συμφωνούν οι άλλοι μαζί μου, γιατί γλιτώνω απ’ τον κόπο να τους πείθω ότι έχω πάντα δίκιο και απ’ τον εκνευρισμό που νιώθω, όταν δυσκολεύονται να το καταλάβουν. Γι' αυτό βαριέμαι αφόρητα τις συζητήσεις με το άσχετο κομοδίνο, που το μόνο που ξέρει να λέει είναι ότι στο εμφιαλωμένο νερό υπάρχει πολύ μικρότερη πιθανότητα συγκέντρωσης κωλοβακτηριδίων από ό,τι στο τρεχούμενο και ότι οι φρυγανιές πρέπει να καταναλώνονται το πολύ σε δύο μέρες απ’ το άνοιγμα της συσκευασίας, και κυρίως αποφεύγω τις συζητήσεις με την άδεια καρέκλα, που από μια διαδικασία ψυχολογικής μετάθεσης ταυτίζεται μ’ όσους έρχονται και κάθονται εκεί για να μου υπενθυμίσουν, έστω και αν δεν είναι στις προθέσεις τους, ό,τι ακριβώς στερούμαι καρφωμένος τόσα χρόνια στο κρεβάτι – εκτός βεβαίως απ’ τον θειο μου τον Αβράμη, που καταφέρνει πάντα να εξάπτει το ενδιαφέρον και να μου φτιάχνει τη διάθεση με τα πιο παλαβά πράγματα που βρίσκει μες τη μουγγαμάρα του την ευκαιρία να μου λέει. Λόγου χάρη, από ποιου γεροπλατάνου την κουφάλα ανεβαίνουν στη γη οι καλικαντζαραίοι, πόσες οκάδες στάρι αντέχει στην ανηφοριά ο γκαστρωμένος γάιδαρος, γιατί η τελευταία αρκούδα του Βερμίου προτίμησε να μείνει για πάντα σε χειμερία νάρκη και για ποιον λόγο φωτίζουνε δυνατότερα Φλεβάρη μήνα της Κάρλας οι πυγολαμπίδες.

Τις περισσότερες όμως ώρες είμαι υποχρεωμένος να κλείνομαι στον εαυτό μου και να σωπαίνω. Παρατηρώ τα τρίμματα απ’ το ξεφλουδισμένο χρώμα του τοίχου να πέφτουν ανάλαφρα στο πάτωμα, στυλώνω τα μάτια στην παγωμένη οθόνη του ταβανιού, ρίχνω κλεφτές ματιές στη γραμμή του ηλεκτροκαρδιογράφου, προσπαθώντας μάταια να ανακαλύψω το νόημα της ύπαρξής μου στις οξυκόρυφες γωνίες των κυρτώσεών του, και όταν αρχίζει να μου τη δίνει επιδίδομαι σε ασυνάρτητους μονολόγους μ’ εμένα ή πιάνω μακριές συζητήσεις με τον κανένα, μπας και ξορκίσω το τέρας της ανίας που χάσκει πάνω απ’ το κρεβάτι μου με ολάνοιχτο το στόμα, έτοιμο να με καταβροχθίσει.

Και ίσως γι' αυτόν τον λόγο, είμαι αναγκασμένος να καταλήξω στην επιλογή της Κυριακής. Λέω για το τι μέρα είναι και επιλέγω ύστερα απ’ αρκετή σκέψη την Κυριακή, έτσι χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο, ακόμη και αν εν γνώσει μου κάνω λάθος. Είναι Κυριακή, και μάλιστα αργά το βράδυ. Στην κλειστή τηλεόραση ψηλά στον τοίχο, παίζει η Αθλητική Κυριακή του Διακογιάννη και καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους το μουσικό θέμα του Χρήστου Λεοντή σηματοδοτεί μια ακόμη διάψευση του σαββατοκύριακου που αρνείται πεισματικά να δώσει τη θέση του στην τσαγκαροδευτέρα.

Έχω την εντύπωση ότι από μικρό παιδί μέχρι και σήμερα ακόμη βουλιάζω και ξαναβουλιάζω στην ίδια ακριβώς διάψευση μιας βαθιά νυχτωμένης Κυριακής, που συνοδεύεται απ’ την εικόνα της αυστηρής κυρίας Ευδοξίας, της δασκάλας μου στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, να με μαλώνει που για άλλη μια Δευτέρα θα με πιάσει αδιάβαστο στο μάθημα της αριθμητικής.