5. Ναυάγια

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 04.07.18 ]

Ναι, τουλάχιστον από μένα. Όσο ασήμαντο και αν φαίνεται, κάτι νομίζω ότι είναι και αυτό. Εννοώ, σαν ένδειξη μιας παρουσίας, σαν πειστήριο μιας ύπαρξης, σαν επιβεβαίωση ενός εγώ, και, τελικά, σαν ίχνος μιας θέσης. Ότι είμαι εδώ και ότι υπάρχω ακόμη, περιμένοντας υπομονετικά τεσσεράμισι ολόκληρες δεκαετίες τη στιγμή που θα έρθετε, επιτέλους, για να με βρείτε – αν ποτέ με ψάχνατε.

Κατά τη συνήθεια των ναυαγών του παρελθόντος. Που δεν είχαν κινητά, σταθερά ή διαδίκτυο ούτε καν μερικές πέτρες για να γράψουν S.O.S. στην παραλία, έναν αναπτήρα για να στείλουνε σήματα με τον καπνό της φωτιάς ή ταχυδρομικά περιστέρια, για να δέσουν στα ποδαράκια τους γραπτά μηνύματα. Και το μόνο που τους έχει μείνει απ’ το ναυάγιο εκτός απ’ το μπαούλο με τον θησαυρό του καπετάνιου, τη μαύρη σημαία του πλοίου με τα χιαστί κόκκαλα και το κρανίο, μια αλλαξιά γυναικεία εσώρουχα και κάτι άχρηστους χάρτες με παλιά πειρατικά λημέρια, είναι ένα γεμάτο μπουκάλι ρούμι.

Το οποίο μπουκάλι ρούμι βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να ανοίξουν έστω και χωρίς ξηρούς καρπούς, πατατάκια και μια τσαχπίνα γκαρσόνα να τους σερβίρει μπακάρντι με κόκα-κόλα ή λεμονάδα σε ψηλό ποτήρι, όχι για να ικανοποιήσουν την αλκοολική τους φύση ή να διασκεδάσουν τη λαχτάρα τους για την αγαπημένη τους την Έλεν ή να σκοτώσουν το τέρας της πλήξης που ξανά θα τους καταβροχθίσει, αλλά για να το χρησιμοποιήσουν σαν μέσο μετάδοσης του μηνύματος που σκέφτονται να ρίξουν στον ωκεανό με την ελπίδα ότι κάποιος βαρεμένος θα βρεθεί κάποτε, ακόμη και μετά από δεκαετίες για να το διαβάσει: «Υπάρχω» ή «είμαι εδώ» ή «πού σκατά πήγατε όλοι σας στα καλά καθούμενα και χαθήκατε;».

Αλλά μες σε αυτή την πληκτική ερημιά του ναυαγίου τους, που αρχίζει ήδη να τους κυκλώνει με τις πιο οδυνηρές σκέψεις για το είναι και το μη είναι, τη ζωή και τον θάνατο, το τώρα και το πάντα, υπάρχει τουλάχιστον και το μπαούλο του καπετάνιου. Με τα χρυσά φλουριά, τους πολύτιμους λίθους, τα πανάκριβα κοσμήματα, τις δεσμίδες των χαρτονομισμάτων και κυρίως με την ελπίδα ότι μια άλλη ζωή μπορεί να εξαγοραστεί χωρίς τις ψευδαισθήσεις, τις υποκρισίες και τις εκπτώσεις της παρούσας και ότι ένας άλλος εαυτός μπορεί να επινοηθεί χωρίς τις μιζέριες για την κακομούτσουνη φάτσα τους, τις γκρίνιες του κρεοπώλη για τα χρωστούμενα του μήνα και κυρίως χωρίς τα μέχρι τώρα κόμπλεξ τους για το τι θα σκεφτούν και το τι θα σχολιάσουν αν τους δουν να σηκώνονται και να χορεύουν ταγκό, καντρίλιες, χορό της κοιλιάς και τσιφτετέλι όλοι αυτοί οι πίθηκοι και οι μαϊμούδες και οι ουραγκοτάγκοι και οι ιθαγενείς που παραφυλάνε πίσω απ’ τα φυλλώματα των δέντρων με τα ακόντια, τα τόξα και τα βέλη έτοιμα στα χέρια τους.

Κι έτσι όπως κάθονται και τα υπολογίζουν ώρες ολόκληρες με την ενθουσιασμό του νεόπλουτου, αδειάζοντας γουλιά γουλιά το ρούμι βρίσκουν νωρίς τα ξημερώματα τον εαυτό τους σε μια άδεια παραλία με ένα άδειο μπουκάλι να προσπαθούν να ανακαλέσουν με το άδειο τους μυαλό αν αυτό που ήθελαν να γράψουν στο χαρτί ήταν «Όχι, δεν έγινε τίποτες με τον Πήτερ εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη» ή «Μαμάκα μου, το γάλα στη γαβάθα το θέλω αχνιστό» ή «Η Μάργκαρετ Θάτσερ είναι φαν των Σεξ Πίστολς». Για να καταλήξουν, τελικά, στο λιτό μήνυμα «Πόσο με αρέσουν οι καραμελίτσες», να το σφραγίσουνε καλά-καλά στο μπουκάλι και να το ρίξουνε στη θάλασσα. Κι ύστερα να σταθούν με ρομαντική διάθεση για να αγναντέψουν το ατέλειωτο πέλαγος που ποτέ δεν ησυχάζει όπως ακριβώς τα σωθικά τους, το στομάχι τους και η σκέψη τους που ακόμη αναλογίζεται τα μείζονα φιλοσοφικά ζητήματα για το είναι και το μη είναι, τη ζωή και τον θάνατο, το τώρα και το πάντα ως τη στιγμή που επανέρχονται στην πραγματικότητα από την ενοχλητική ανάμνηση της μαλακίας που πήγαν και έγραψαν στο μήνυμά τους, αλλά είναι πια πολύ αργά, πάει το ρούμι, πάει και το μπουκάλι και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι δεν υπάρχει κανένα πλοίο γραμμής για να γυρίσουν πίσω κι ούτε ένα ξενοδοχείο της προκοπής ή ένα μπανγκαλόου ή τουλάχιστον ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο, για να ξαπλώσουν ασφαλείς και να κλείσουν τα κουρασμένα τους ματάκια μπας και καταφέρουν να κοιμηθούν τον πιο ανυποψίαστο ύπνο του δικαίου, στον οποίο άλλωστε επιδίδονταν όλα τα προηγούμενα χρόνια της ζωής τους. Απ’ την άλλη βέβαια είναι αρκετά προνοητικοί, φειδωλοί και ευσυνείδητοι για να μη σκορπάνε τα χρήματά τους δεξιά και αριστερά σε ενοικιαζόμενα, οικόπεδα, μετοχές, γιοτ και μεταξωτά βρακιά της Έλεν, τώρα που ιδίοις όμασι αντιλαμβάνονται πόσα πολλά χαρτονομίσματα απ’ το μπαούλο θα χρειαστούν οι ιθαγενείς σαν προσάναμμα για τη δυνατή φωτιά και το τεράστιο καζάνι με το λαχταριστό γεύμα που ετοιμάζονται να βράσουν για να χορτάσουν την κανιβαλική φυλή τους.

Και μ’ όλα αυτά θέλω να πω, ότι σε όμοια κατάσταση νιώθω ότι βρίσκομαι κι εγώ. Με κάποιες μόνο διαφορές. Έτσι τουλάχιστον αισθάνομαι. Ότι είμαι ναυαγός αλλά σε ένα κρεβάτι, κι όχι βέβαια σε ένα νησί. Γιατί καθείς έχει τα ναυάγια που του ταιριάζουνε μαζί με τις Έλεν του, τα μπουκάλια ή τους υπολογιστές του, τα μηνύματά του, τα χρίτσι-χρίτσι του, τους ιθαγενείς του, ακόμη και τις ασθένειες της επιλογής του. Εγώ λοιπόν προτίμησα την εγκεφαλίτιδα, παρ’ όλες τις παρενέργειες, ή μάλλον εξαιτίας των παρενεργειών της. Εννοώ την επίγνωση που έχουν γύρω απ’ τον θάνατό τους όσοι πάσχουν από εγκεφαλίτιδα, σε αντίθεση με την έλλειψη επίγνωσης όσων δεν πάσχουν από εγκεφαλίτιδα. Πολύτιμη λοιπόν η υπαρξιακή της παρακαταθήκη, και ακόμη πιο σημαντική η συγγραφική της υπεραξία, έστω και αν συνοδεύεται από κάποια μικροπροβληματάκια μνήμης, που κάθε τρεις και λίγο τα βρίσκω να εμφανίζονται στα καλά καθούμενα μπροστά μου. Όπως: τι σκατομέρα είπαμε ότι είναι;