3. Τίτλοι αρχής...

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 27.06.18 ]

Συνεχίζω ακίνητος με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι. Θα ήθελα να βάλω τα χέρια σαν χωνί στο στόμα και να αρχίσω τα γιουχαΐσματα, όπως κάνανε στους παλιούς κινηματογράφους, «τα λεφτά μου πίσω, ρε χασάπη», έστω και αν κατά βάθος νιώθω την πλήξη να με κυριεύει με την ιδέα των ανθρώπινων συμπλεγμάτων σε μια μεταμοντέρνα ευκλείδεια γεωμετρία που θα γεμίσει την οπτική μου οθόνη με εξαρθρωμένα χέρια, πόδια, κώλους, φαλλούς και βυζιά, σαν να ήταν οι νεκροί απ’ την Γκουέρνικα του Πικάσο ή σαν τα αναλώσιμα εξαρτήματα, τα τεράστια έμβολα και τα ατσάλινα γρανάζια που βίδωνε ο Τσάρλι Τσάπλιν στους Μοντέρνους Καιρούς, ώσπου δεν άντεξε άλλο το βίδωμα, πήρε ανάποδες στροφές και λάσκαρε τελείως το μυαλό του.

Πάντα με φόβιζε η εικόνα του σαλταρισμένου Τσάπλιν που τρέχει αλαφιασμένος στους δρόμους με τους προϊσταμένους βάρδιας, τους άλλους εργάτες, τους σωματώδεις αστυνομικούς και τους περίεργους περαστικούς να τον κυνηγάνε, οπότε φροντίζω από μικρός να είμαι σχολαστικός στο βίδωμα και επιμελής στην κατάρτιση ημερήσιων και εβδομαδιαίων προγραμμάτων και νιώθω τώρα στα στερνά μια ιδιαίτερη ανακούφιση, που απαλλαγμένος απ’ όλες αυτές τις εμμονές μπορώ να αφοσιωθώ απερίσπαστος στον θάνατό μου, που αδράχνω την ευκαιρία να δηλώσω υπεύθυνα και με πλήρη γνώση των συνεπειών του νόμου ότι αν ήτανε στο χέρι μου θα ’θελα να έρθει απροειδοποίητα. Σαν το νυχτερινό φως του παιδικού δωματίου που το σβήνει για λόγους οικονομίας ο πατέρας προτού να κοιμηθεί ο γιος του ή σαν το επιβατικό όχημα που ξέμεινε από καύσιμα στα πρώτα χιλιόμετρα της διαδρομής του ή σαν το μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που τελειώνει την αφήγηση προτού καν αρχίσει η πλοκή του. Έτσι απλά, ήρεμα και φυσικά, χωρίς τις ανούσιες εξομολογήσεις και τους αυτοαναφορικούς μονολόγους, στους οποίους συνεχίζω ακόμη και τώρα να επιδίδομαι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου, νύχτα-μέρα, μέρα-νύχτα, έστω κι αν δεν βρίσκω καμιά διέξοδο σε ό,τι ακριβώς κάνω.

Είναι μάλιστα στιγμές που ζηλεύω τις αγριάδες των πολυσύχναστων πεζοδρομίων που ξηραίνονται πατημένες από τους περαστικούς, τις αποκεφαλισμένες κότες που τρέχουν πανικόβλητες για να ξεφύγουν, τις κατάλευκες πάπιες που πέφτουν με σπασμένα φτερά και πνίγονται στ’ αβαθή νερά μιας λίμνης, αλλά ακόμη πιο πολύ ζηλεύω τους απεργούς πείνας απ’ το πείραμα της Μινεσότα που απαθανάτισε ο φακός σκελετωμένους αλλά χαμογελαστούς με αυτή τη θρησκευτική βεβαιότητα ότι όπου να 'ναι θα τους δεξιωθεί ο Θεός στο επουράνιο βασίλειό του, γιατί αρνήθηκαν να πάρουνε τα όπλα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου.

Αλλά εγώ που δεν έχω καμία θρησκευτική πίστη για να στεγάσω τις υπαρξιακές μου αγωνίες, πετυχαίνω πολύ συχνά τον εαυτό μου να βυθίζεται σε φιλοσοφικούς στοχασμούς όσον αφορά τις διαφορές που χωρίζουν το ανθρώπινο ον απ’ τα φυτικά είδη, έστω και αν το μόνο που θέλω να κάνω είναι να καθίσω στο πάτωμα με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα, συγκεντρώνοντας όλους τους βιολογικούς μου μηχανισμούς στη λειτουργία της αναπνοής ή να φωτογραφηθώ χαμογελαστός από μια καλλίγραμμη παθολόγο, επιδεικνύοντας τον σκελετωμένο θώρακα με τα εξογκωμένα κόκκαλα, ή να μαζευτώ φοβισμένος σε μια γωνίτσα του πατρικού μου ξενώνα – αν βγήκα στα αλήθεια ποτέ από εκεί.

Γιατί όσο περνάνε οι μέρες ξαναβρίσκω τον εαυτό μου στον ίδιο ακριβώς χώρο, όπως τα φαρμακωμένα σκυλιά που επιστρέφουν στη φωλιά τους προκειμένου να ψοφήσουν. Ανοίγω τα μάτια κι είναι όλα όπως τα θυμάμαι. Το  διπλό κρεβάτι στο κέντρο, δεξιά και αριστερά τα κομοδίνα, κατά μήκος του τοίχου η φοβερή ντουλάπα με το τέρας, απέναντι η μακριά κουρτίνα, πάνω απ’ το κρεβάτι η αγιογραφία του Χριστού που ευλογεί τους πιστούς και αντίκρυ το γενεαλογικό μου δέντρο σε χρονολογική διάταξη από μια παμπάλαια φωτογραφία του προπάππου στην κορυφή μέχρι κάποιους άμεσους συγγενείς στη βάση.

Άπαντες απόντες.

Και αν υπάρχει κάτι πέρα απ’ τις ιδιωτικές κινηματογραφικές προβολές που μου δίνει ακόμη ευχαρίστηση είναι να σκαρώνω βουβές ιστορίες με τα πρόσωπα των κάδρων. Ότι τάχα η μεγαλύτερη αδελφή του πατέρα μου δεν πέθανε στην Κατοχή απ’ την πείνα αλλά απ’ τα κακομαγειρεμένα φαγιά της γιαγιάς μου ή ότι η Αυριανή που συνήθως κρατούσε στα χέρια ο άκληρος αδελφός του παππού μου, που τον υιοθετήσαμε σαν παππού, ήταν απόκρυψη για το Playboy που έκρυβε εντός της ή ότι ο θείος μου ο Αβράμης που κατασπαράχτηκε από λύκους σε μια πλαγιά του Βερμίου, δεν κατασπαράχτηκε από λύκους σε μια πλαγιά του Βερμίου αλλά κατάφερε να γυρίσει στο σπίτι του για να κάνει βόλτες τα παιδιά της άοπλης ταξιαρχίας της Ρούμελης και των Αγράφων με τον αεριωθούμενο αραμπά του και όταν τελειώνω τη μυθοπλασία συνηθίζω κατά πώς διδάχτηκα στο δημοτικό να συμπυκνώνω το δίδαγμα με την ερώτηση «τι θέλει να πει ο ποιητής;», που καταλήγει πάντα στο ίδιο άδειο κάδρο του τοίχου.

Οπότε νιώθω ξανά την αναπνοή μου να κόβεται απ’ το φρακαρισμένο δίφραγκο και παρακούοντας τις εντολές του ιατρικού επιτελείου που με παρακολουθεί βάζω όλες μου τις δυνάμεις για να πάρω πιο αναπαυτική στάση στο κρεβάτι, αφού η οθόνη έχει επιτέλους γεμίσει αλλά όχι με τον Τσάρλι Τσάπλιν ή τον Μπάστερ Κίτον ή τον Χοντρό Λιγνό ή τουλάχιστον με ερωτικά συμπλέγματα, που όσο τα ανακαλώ στη φαντασία μου έχω κάτι ανεξήγητες για τους γιατρούς στύσεις, αφού δεν υπάρχει, όπως τους άκουσα να σιγομουρμουρίζουν, προηγούμενο στη σχετική βιβλιογραφία – τίποτα λοιπόν απ’ όλα αυτά, παρά μόνο μια στατική, ασπρόμαυρη εικόνα:

Δύο άνθρωποι. Ο ένας ξαπλωμένος στο πάτωμα και ο άλλος στα γόνατα από πάνω του ημιορθός. Ο ξαπλωμένος έχει τεμαχισμένα τα άνω και κάτω άκρα και απ’ το στόμα του άλλου τρέχουν σάλια και αίματα. Έχουν στραμμένο το βλέμμα στον φακό με ένα ύφος ενόχλησης για την αδιακρισία της κάμερας. Εστιάζω στα δύο πρόσωπα, συγκρίνοντας τις ομοιότητες και ψάχνοντας για διαφορές με τον ίδιο πάντα φόβο, ότι θα αναγνωρίσω ξανά τον εαυτό μου εις διπλούν, χωρίς μάλιστα να έχω ακόμη αποφασίσει με ποιον από τους δύο ρόλους θα ήθελα να ταυτιστώ.

Για την ώρα αρκούμαι στον ρόλο του παρατηρητή, αλλά αγνοώ για πόσο ακόμη.