2. Αφιέρωμα «Μάης του 68»

[ ARti news / Ελλάδα / 30.04.18 ]

Αχ, σύντροφε!

(Ο Μάης με το άλλο νόημα - λίγα λόγια προς ομοϊδεάτες)

 

Αχ, τι τυχερός που είσαι, σύντροφε που έχεις μνήμη!

Θυμάσαι τον Μάη των εργατών του Σικάγου. Τον  Μάη της εξέγερσης του 1968. Ακόμη, στα δικά μας, τον Μάη των διαδηλωτών της Αθήνας στην απαγορευμένη επέτειο του 1924  και των εξεγερμένων καπνεργατών της Θεσσαλονίκης, το  1936. Και τον Μάη του Αλέκου Παναγούλη. Τον  Μάη με το διαφορετικό νόημα.

Θυμάσαι εκείνους που πρωτοφώναξαν το δίκιο τους, σε άλλα χρόνια μακρινά, σε άλλη χώρα.

Ακόμη εκείνον που τον ξάπλωσαν σε πόρτα ξηλωμένη, κι η μάνα του ξανάκουσε τον θρήνο της φορές μυριάδες να τον τραγουδούν άξιοι κι ανάξιοι. Σαν μισεμό.

Αλλά κι αυτόν τον άλλον που τραγούδαγε τους πρώτους του νεκρούς. Δεν γνώριζε πως πρώιμα πολύ θα έμπαινε στη λίστα τη μακριά.

Ας ήξερες, καλέ μου σύντροφε, συνοδοιπόρε, πόσο ευλογημένος είσαι να θυμάσαι, να κρατάς το νήμα που σε δένει με τις πίσω τις σελίδες. Εσύ –κι όσοι μαζί με σένα– θα νιώθουμε κάποιο μισάνοιγμα ελπίδας μέσα από της ιστορίας τα παράθυρα, που μένει ζωντανή όσο θα πλέκονται στεφάνια με κατακόκκινα λουλούδια, πατημένα σε διαδηλώσεις διαλυμένες.

Αχ, σύντροφε, μόνο να ήξερες πόσοι θα νοσταλγήσουν κάποτε τη διαφορετικότητά σου.

Απόηχες απολήξεις ἐπαναστατικῷ δικαίῳ πάντα επίκαιρες. Μνήμες της παριζιάνικης αφύπνισης, της έξω των θυρών αντιπαράθεσης, της αυτοκατάργησης κάθε υποκρυπτόμενης εξουσίας, που άναψε το φυτίλι σε κάθε νου κι έφερε τον Μάη στην ψυχή μας. Φευ! Σήμερα μόνο για τους επιζώντες μιας σφαγής ανελέητης, που χρόνια τώρα διεκδικεί το προσωπικό της μερίδιο αίματος για να παίρνει ανάσες. Στο μυαλό στοχεύουν, αν δεν το έχουμε καταλάβει. Από κει και το πολύ το αίμα που κυλά στους δρόμους, όχι από τις φλέβες. Κι όσο αυτό το μυαλό με την κατακρεουργημένη σκέψη θα επιμένει να στέκεται στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα του συρμού και στης ανοησίας τον τραγέλαφο, τόσο το μαχαίρι θα ακονίζει τη λάμα του, να ξεμπερδεύει με μας όλους μια ώρα αρχύτερα. Γι’ αυτό σας λέω: η μνήμη να βαστά τη δική της αντίσταση, να μη βυθίζεται στο τέλμα, να επικοινωνεί με τους άλλους Μάηδες, τους ξεχασμένους.

                                                                                                                                                                 Διώνη Δημητριάδου

  Η Αγγελούδα και ο Ερρίκος

…Η Αγγελούδα και ο Ερρίκος, έφτιαξαν επιτέλους το συγκρότημα τους. Το ονόμασαν όπως ήταν φυσικό, «Τόλμα να ονειρευτείς», εμπνευσμένο από το βασικό σύνθημα του Παρισινής εξέγερσης το Μάη του ’68. Με τα τραγούδια τους ξεσήκωναν στις συναυλίες θύελλα ανάμεσα στους νέους. Τραγουδούσαν για την αναίμακτη επανάσταση, για ένα μέλλον γεμάτο έρωτα και δημιουργία. Τραγουδούσαν την ομορφιά και την αρμονία. Υμνούσαν την αγάπη……

                                                                              Ελένη Πριοβόλου, Από το βιβλίο «Το τέλος του γαλάζιου ρόδου»,τρίτο βιβλίο της τριλογίας των Αθηνών 

 Ο Μάης της ζωής

Τα έφερε η ζωή και γνώριζε μια χούφτα ανθρώπους που το έζησαν. Από κοντά. Και τους κοίταξε βαθιά στα μάτια να μάθει. Και ρώτησε. Και αισθάνθηκε την αύρα. Και μελαγχόλησε που τους γνώρισε τόσο μεγάλος πια. Και σιώπησε. Βλέπεις, μικρότερος, είχε φτιάξει ένα ράφι στο μυαλό του και τον τοποθέτησε ψηλά τον Μάη. Δεν τον ακούμπαγε. Εικόνισμα τον είχε. Και όλο έψαχνε. Και διάβαζε. Και αισθανόταν ταυτόχρονα τόσο μικρός αλλά και τόσο «εκεί». Προσπάθησε να ακολουθήσει αυτό που είχε πλάσει στο φαντασιακό του ως πυξίδα. Έτρεχε στους δρόμους για πάνω από τριάντα χρόνια. Κι ας είχε διαβάσει και μάθει για την πορεία του «Κόκκινου Ντάνι» και των περισσοτέρων συντρόφων του. Το εικόνισμα, εικόνισμα έμενε.

Μέχρι που οικογενειάρχης πια, ψεκασμένος, κυνηγημένος, ξερνώντας χημικά και λύσσα, με το δεξί του χέρι να ματώνει από ένα άσχημο γδάρσιμο από γροθιές σε ασπίδες καταστολής, είδε το σύνθημα σε κάτι λαμαρίνες μιας πρόσοψης:

“Fuck May 68 – fight now”

Κατάφερε να πάει σπίτι χωρίς άλλες απώλειες, πήρε το κλειδί από το υπόγειο, άνοιξε ένα από τα πολλά κουτιά που είχε εκεί, βρήκε την εφηβική αφίσα που έδειχνε ένα σφυρί και ένα αμόνι να τσακίζουν  το κεφάλαιο και την άλλη που έγραφε στα γαλλικά «Η ομορφιά είναι στους δρόμους» με την σκιτσαρισμένη φιγούρα κάποιου να πετάει πέτρες. Έκατσε κάτω και έκλαιγε σαν μικρό παιδί.

Κάποια στιγμή σηκώθηκε, άνοιξε την παλιά βιβλιοθήκη, δίπλωσε προσεκτικά τις αφίσες και τις έβαλε στο ψηλότερο ράφι πάνω από κάτι παλιά τεύχη του Ιδεοδρόμιου και μια σακούλα με φτηνές μάσκες άνθρακα.

Έσβησε το φως και ανέβηκε πάνω. Το σώμα είχε άλλη ζωή πλέον. Και ο Μάης επίσης.

                                                                                                                                                                                   Σπύρος Σιάτρας