2. Σκοτεινό δωμάτιο

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 23.06.18 ]

Είμαι ανάσκελα με τα μάτια κολλημένα στο ταβάνι. Μαύρα στίγματα, σκουρόχρωμες κηλίδες και ακανόνιστα γεωμετρικά σχήματα προβάλλουν στην οπτική μου οθόνη, όπως συμβαίνει στις κόπιες του βωβού κινηματογράφου πριν απ’ τους τίτλους αρχής και μετά τους τίτλους τέλους. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι ισχύει το πρώτο, αλλά για να ’μαι ειλικρινής διατηρώ ακόμη μπόλικες αμφιβολίες.

Χωρίς να αποποιούμαι τις δικές μου ευθύνες, πιστεύω ότι φταίει πρωτίστως ο πατέρας μου. Που με έκλεισε στον κατασκότεινο ξενώνα του ορόφου, τιμωρία για ένα δίφραγκο που κατάπια στο παγωτατζίδικο της γειτονιάς. Ένα αφάγωτο παγωτό έλιωνε στο στόμα μου με γεύση βανίλιας, ενόσω το χρίτσι χρίτσι της ντουλάπας  άρχισε να με μυεί στους πιο αρχέγονους φόβους: τέρας με κεφάλι νυχτερίδας, σώμα κατσαρίδας και δαγκάνες σκορπιού φώλιαζε στο μεσαίο φύλλο της ντουλάπας, μασουλώντας ξύλα, καλσόν, μύγες και τιμωρημένα παιδιά. Χαμήλωσα τρομαγμένος το κεφάλι. Ανάμεσα στη σκόνη του ξύλινου πατώματος διέκρινα τα υπολείμματα μιας ψόφιας αράχνης, τα φτερά μιας λιβελούλας και το  ακίνητο κουφάρι μιας μέλισσας.

Ανοιγόκλεισα τα συρτάρια των κομοδίνων και τράβηξα το μάνταλο από τα παντζούρια, αλλά τα χρίτσι χρίτσι συνέχιζαν να ροκανίζουν το μυαλό μου. Έκλεισα τα μάτια για να μην βλέπω, έσφιξα με τα χέρια τ’ αυτιά μου και άρχισα να απαγγέλλω από μνήμης το μάθημα της ιστορίας. Απ’ όσο θυμάμαι, ήταν για τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή. Είπα για το λιοντάρι της Νεμέας, για τη Λερναία Ύδρα, για το ελάφι της Κερύνειας, για τον Ερυμάνθιο Κάπρο και σιγά σιγά άρχισα να αναθαρρεύω. Άνοιξα τα μάτια, χαλάρωσα το σφίξιμο των αυτιών, σήκωσα το κεφάλι και τέντωσα το κορμί μου. Έφερα δυο-τρεις γύρες το δωμάτιο και σε μια επίδειξη γενναιότητας έσκυψα πάνω απ’ την ψόφια μέλισσα. Με τεντωμένο δάχτυλο έκανα να τη γυρίσω απ’ την άλλη, αλλά ένιωσα τα πόδια της να γραπώνονται στον δείκτη μου και το κεντρί της να μπήγεται στο δέρμα μου. Έσκουξα απ’ την τρομάρα, τίναξα πάνω κάτω το χέρι και πηδώντας στο κρεβάτι χώθηκα κάτω από τ’ άσπρα σεντόνια.

Έβλεπα το δάχτυλο να πρήζεται και μ’ έπνιγε το παράπονο για τ’ αφάγωτο παγωτό μου, ενώ τα χρίτσι χρίτσι άρχισαν σιγά σιγά να τρυπάνε ξανά τα αυτιά μου. Έστρεψα δεξιά αριστερά το βλέμμα απελπισμένος, σαν να ζητούσα βοήθεια απ’ τις φωτογραφίες των τοίχων. Σε μια γωνία κρεμόταν ο πυκνός ιστός μιας αράχνης. Κουφάρια μύγες αιωρούνταν μπλεγμένα στα δίχτυα της. Δεν είχα πια καμία αμφιβολία ότι από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν και η δική μου η σειρά. Σταύρωσα τα χέρια, κάρφωσα τα μάτια στο ταβάνι και περίμενα.

Κλίνω προς την ιδέα ότι τούτο το δίφραγκο υπήρξε το προπληρωμένο εισιτήριό μου. Όχι μόνο για τις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, του Μπάστερ Κήτον και του Χοντρού-Λιγνού που για ένα ολόκληρο πεντάωρο παρακολούθησα το απόγευμα της τιμωρίας μου, αλλά και για όλες τις λοιπές ιδιωτικές προβολές, που από τότε άρχισαν να παρουσιάζονται στον προσωπικό μου κινηματογράφο κάθε φορά που διέτρεχα έναν πραγματικό ή φανταστικό κίνδυνο. Μια γκάμα επιλογών από εκπομπές ποικίλης ύλης, που στην αρχή είχαν την κυριακάτικη θεία λειτουργία στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης και την απογευματινή διδαχή στο κατηχητικό της ενορίας μου, στη συνέχεια ντοκιμαντέρ της εκπαιδευτικής τηλεόρασης για τη χλωρίδα στις ασιατικές στέπες, τις τεράστιες σαύρες των νησιών Γκαλαμπάγκος και τα υπό εξαφάνιση είδη της άγριας φύσης και μετά ταινίες δράσης με τον Ταρζάν, τον Μόγλι, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και τη Λάση – πράγμα που έπαψε απότομα να συμβαίνει με το που μπήκα στην εφηβεία.

Από κει και πέρα η ταινιοθήκη μου δεν διέφερε απ’ το σταθερό πρόγραμμα του επαρχιακού σινεμά με τα λεκιασμένα καθίσματα και τα πνιγμένα αγκομαχητά, που νωρίς το μεσημέρι μιας Παρασκευής επισκέφτηκα σκαστός απ’ το σχολείο: συνέχεια η ίδια ταινία, μ’ άλλα πρόσωπα και σ’ άλλες στάσεις αλλά μ’ εμένα πάντα για πρωταγωνιστή-επιβήτορα, ρόλο με τον οποίο ταυτίστηκα σε τέτοιον βαθμό, ώστε πολλές φορές να βρεθώ σε άβολη θέση, όπως για παράδειγμα έγινε στο αναισθητικό κρεβάτι πριν να ενεργήσει ο αιθέρας σε μια επέμβαση κήλης ή κάθε φορά που σηκωνόμουνα στο Λύκειο για να λύσω μια άσκηση στον πίνακα, ειδικά στο μάθημα της ευκλείδειας γεωμετρίας – από όπου και η αξιωματική παραδοχή μου για τις ασύμπτωτες ευθείες που δεν εγγυώνται καμία λύση στο πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου.

Αλλά όσο αναξιόπιστες και αν υπήρξαν για μένα τούτες οι ευθείες, τώρα που με το πέρασμα των χρόνων τίθεμαι οριστικά εκτός εξέτασης μαθήματος και εγχειρίσεων κήλης, βρίσκω τον εαυτό μου να αναπολεί τα περασμένα μ’ ένα αίσθημα νοσταλγίας, που άλλοτε εικάζει επιφωνήματα ενθουσιασμού απ’ τις συμμαθήτριές μου και άλλοτε υποψιάζεται πονηρά κλεισίματα του ματιού απ’ τις νοσοκόμες μου. Πράγμα που με κάνει να ελπίζω ότι σε λίγα χρόνια από τώρα είναι πολύ πιθανό να αναπολώ ακόμη και την τωρινή μου κατάσταση με το ίδιο αίσθημα νοσταλγίας, αφού προηγουμένως θα έχω φροντίσει να διαγράψω απ’ τη μνήμη την αγωνία που εδώ και πολλή ώρα τριβελίζει το μυαλό μου.

Λέω μήπως η κυριακάτικη θεία λειτουργία, τα εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ, οι βωβές κωμωδίες και κυρίως το σκληρό πορνό που απ’ την πιο τρυφερή παιδική ηλικία έβλεπα στην προσωπική μου ταινιοθήκη δεν ήταν τίποτα παραπάνω από οπτικές απάτες, παιχνίδια δηλαδή της φαντασίας και προβολές του μυαλού, την ώρα που η αληθινή ταινία έπαιζε ασταμάτητα στην οθόνη της οροφής με πρωταγωνιστές τα μαύρα στίγματα, τις σκουρόχρωμες κηλίδες, τ’ ακανόνιστα γεωμετρικά σχήματα και κυρίως τις ασύμπτωτες ευθείες στον ρόλο των ατετραγώνητων κύκλων της ζωής μου.

*Τέσσερα χρόνια νοσηλείας και μια εκατοστή ανεπιτυχείς θεραπείες. Δεκάξι διαδοχικές απόπειρες προς αναζήτηση επι-κοινωνίας.

Έξοδα Νοσηλείας, Νουβέλα, Π.Χ., ARTI NEWS.GR, 2018