1. Μαθήματα αριθμητικής

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 20.06.18 ]

Αριθμώ μία προς μία τις μέρες μου. Όχι σαν τους παλιούς φαντάρους του εικοσιοχτάμηνου ή σαν τους υποψήφιους συνταξιούχους ύστερα από σαράντα χρόνια εργασίας ή σαν τις έγκυες που ετοιμάζονται για καισαρική, ανάποδα. Δεν έχω κανένα σοβαρό λόγο να τρέφω ελπίδες, να θέτω στόχους και να βάζω όρια για να τα ξεπεράσω και ό,τι με κρατάει ακόμα στη ζωή είναι μια συνήθεια μαζί μ’ ένα πείσμα που βαίνει συνεχώς μειούμενο. Ότι καλώς ή κακώς, ότι ηθελημένα ή αθέλητα, ότι από δόλο ή από αμέλεια συνεχίζω να υπάρχω, αθροίζοντας φασούλι το φασούλι σαράντα δύο, σαράντα τρία, σαράντα τέσσερα και ένα, που πριν από λίγες μέρες έκλεισε, σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια.

Έτσι διάγω τον βίο μου απ' όταν με θυμάμαι, πιτσιρίκι ακόμη. Μ’ ένα θετικό πρόσημο στις ακέραιες μονάδες μου, αδιαφορώντας για την αφαίρεση, τα κλάσματα και τις υποδιαιρέσεις και η μόνη αριθμητική πράξη που παραδέχομαι επιστημονικά πέρα απ’ την πρόσθεση είναι οι πολλαπλασιαστικοί χτύποι του επιτοίχιου ρολογιού, που γεμίζουν τον θάλαμο με τη βεβαιότητα της κανονικής ροής που έχουν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια απ’ όλον αυτόν τον καιρό της άπραγης ξάπλας μου.

Το μόνο λοιπόν που μπορώ να κάνω είναι να σκέφτομαι. Εννοώ, να ξαπλώνω, να μετράω μία προς μία τις μέρες και να σκέφτομαι. Ότι είμαι, για παράδειγμα, σε διακοπές και απολαμβάνω τη νωθρότητα του πολυάσχολου αστού που νοίκιασε σπίτι τρία μέτρα απ’ την παραλία μόνο και μόνο για να κοιμάται όλη μέρα. Ότι είμαι ξεχασμένος χίπις του ’60 που υπερασπίζεται με σθένος το κοινωνικό δικαίωμα στην τεμπελιά, στο ελεύθερο σεξ και στις ψυχότροπες ουσίες. Ότι είμαι πρωτάκι του δημοτικού, που μόλις επέστρεψε απ’ το απογευματινό παιχνίδι με τους φίλους του και ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι, για να παπαγαλίσει το αυριανό μάθημα της αριθμητικής με μια απορία ζωγραφισμένη στα δυο του μάτια.

Τελειώνουν, μαμά, ποτέ οι αριθμοί;

Χαράμισα ολόκληρη τη ζωή μου στα πιο ηλίθια πράγματα και τώρα που νιώθω την απειλή του μηδενός να με τυλίγει κάτω απ’ το λευκό σεντόνι του κρεβατιού αντιλαμβάνομαι ότι μου λείπουν οι απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα που θα έπρεπε να υποβάλω. Ας πούμε: ποια χειμωνιάτικη οροσειρά πατούσε ο πολίτης Κέιν ψελλίζοντας στην τελευταία του πνοή τη λέξη χιόνι, γιατί στις στερνές του ώρες o Κοσμάς Πολίτης μιλούσε συνέχεια για μολόχες, ποια ανάμνηση από τις ορεινές Κορυσχάδες έφερε στο μυαλό του ο ταξίαρχος του ΔΣΕ Γεώργιος Γεωργιάδης όταν τον εκτελούσανε οι σύντροφοί του, πόσοι από τους προσκεκλημένους επισκέφτηκαν το κοινόβιο του Μάριου Χάκκα στον Άι Γιώργη τον Κουταλά, ποιον στίχο από το Pleasant Street πρόλαβε να τραγουδήσει ο Tim Buckley τη στιγμή που έπαιρνε την τελευταία δόση και κυρίως αν μετά το σαράντα πέντε ακολουθεί το σαράντα έξι και αν μετά το σαράντα έξι έρχεται το σαράντα εφτά.

Για την ώρα μένω με την απορία. Ακριβέστερα, μένω με την απορία και με την αριθμητική μου. Μετράω και ξαναμετράω τις μέρες της παραμονής με τα δάχτυλα των δύο χεριών και μου βγαίνει σκάρτο κατά μία ολόκληρη μούντζα ο αριθμός πενήντα. Αντιλαμβάνομαι την κατάφωρη αδικία σε βάρος του αριστερού χεριού μου και νιώθω τις δημοκρατικές μου ευαισθησίες να εξεγείρονται σαν την αθόρυβη κοσμοπλημμύρα που ξεχύθηκε στα Εξάρχεια το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008, σαν τους νεαρούς θεατές που χόρευαν το Philby του Gallagher στις κερκίδες της Φιλαδέλφειας τη 12η Σεπτεμβρίου του 1981 και σαν τους φοιτητές που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο τη νύχτα της 16ης Νοεμβρίου του 1973.

Ανοίγω τα μάτια, κουνάω το κεφάλι για να απαλλαγώ απ’ το σεντόνι και σκάω ένα χαμόγελο στο ταβάνι. Θέλω να φωνάξω «φτου ξελεφτερία», για να ξορκίσω τα δαιμόνια που με φλερτάρουν με την αγωνία του πιο πηχτού σκότους και να ανανεώσω μ’ έναν τόνο αισιοδοξίας τις αναγνωστικές προσδοκίες για το επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου μου κατά τις συνταγές της δημιουργικής γραφής που κάποτε διδάχτηκα, αλλά δεν μου βγαίνει φωνή κανονική ούτε ξέρω αν θα υπάρξει επόμενο κεφάλαιο και ούτε έχω, εδώ που τα λέμε, σε καμία εκτίμηση τη δημιουργική γραφή.

Οπότε αρκούμαι σε μια συνόψιση που με θέλει ξαπλωμένο στο νοσοκομειακό κρεβάτι εδώ και σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια με το κορμί μου σε παράλυση και με τους νευρώνες του μυαλού μου σε σχετική αποδιοργάνωση, κατάσταση που μου επιτρέπει να παρομοιάσω τον εαυτό μου με μια χρεοκοπημένη χώρα, με τη διαφορά ότι εγώ τουλάχιστον δεν τρέφω αυταπάτες για το μέλλον μου ούτε μεγαληγορώ για το παρελθόν μου ούτε αρέσκομαι να συσκοτίζω τις αιτίες και να μεταθέτω τις ευθύνες για τα χάλια μου. Διότι εγώ δεν έχω κανένα λόγο να κρύβω από κανέναν ότι πάσχω από εγκεφαλίτιδα, που μεταφράζεται σε σταδιακό εκφυλισμό όλων των βιολογικών μου λειτουργιών και μάλιστα εν πλήρει συνειδήσει, πράγμα που μου παρέχει την πολυτέλεια να ζω τον θάνατό μου, να στοχάζομαι τις καθημερινές απώλειές μου και να καταρτίζω ένα χρονικό του τέλους μου.

Προηγουμένως όμως το αναγκαίο ιστορικό:

Υπήρξε στην αρχή ένα σώμα, όχι ακριβώς σαν σώμα αλλά σαν απροσδιόριστη ιδέα από ανυπότακτα χέρια και πόδια και λαιμό και κεφάλι και πέος, που κήρυξε την ορμονική του επανάσταση για να γίνει καλοσχηματισμένο, στητό και αυτοδιάθετο, και για δεκαετίες ολόκληρες προσέβλεπε σε άλλα σώματα για να πετύχει την εθνική του ολοκλήρωση, και ήρθαν, πράγματι, καιροί που νόμιζε ότι σειόταν το σύμπαν κάτω απ’ τον περήφανο βηματισμό του, έστω και αν εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι βρισκόταν συνέχεια στο σημειωτόν, ενόσω μάλιστα οι ενδόμυχες δυνάμεις του εξύφαιναν εθνικές μειοδοσίες.

Τα λοιπά είναι λίγο πολύ γνωστά. 

*Τέσσερα χρόνια νοσηλείας και μια εκατοστή ανεπιτυχείς θεραπείες. Από σήμερα, Τετάρτη, στο ARTI News. Δεκάξι διαδοχικές απόπειρες προς αναζήτηση επι-κοινωνίας.

Έξοδα Νοσηλείας, Νουβέλα, Π.Χ., ARTI NEWS.GR, 2018

[Με τις μουσικές που μας σημάδεψαν]