1. Αφιέρωμα «Μάης του 68»

[ ARti news / Ελλάδα / 30.04.18 ]

Κι οι άνοιξες καλά κρατούν

Οι δικές μου οι πρωτομαγιές πιάνουν θέση στο πλάτωμα του δάσους, ανάβουν φωτιά, ψήνουν πανσέτες, πίνουν τσίπουρα, χορεύουν rockandroll, παίζουν μπουκάλα και με το που αρχίζουν να βαριούνται σηκώνονται γρήγορα γρήγορα και φεύγουν. Αργά το βράδυ οι δικές μου οι πρωτομαγιές επιστρέφουν μόνες και έρημες στο πλάτωμα του δάσους ανάμεσα σε σπασμένες καρέκλες, πεταμένα αποφάγια, πλαστικά μαχαιροπίρουνα, μισοσβησμένα κάρβουνα και τον μακρινό αντίλαλο από συνθήματα. Πρωί πρωί την άλλη μέρα οι δικές μου οι πρωτομαγιές που τυπικά δεν είναι πια πρωτομαγιές ξημερώνουν με μια χορωδία ερωτευμένων σπουργιτιών ανάμεσα στα γιασεμιά του φράχτη και με το ενύπνιο χαμόγελο μωρού στην αγκαλιά της μαμάς του και με ένα σμήνος μελισσών γύρω από τις ανθισμένες φλαμουριές των πεζοδρομίων. Απ’ όπου και η ανεπαίσθητη ημερολογιακή μου ιδιοτροπία, να συνεχίζουν δηλαδή οι δικές μου οι πρωτομαγιές στις 2, στις 3, στις 4 του Μάη και μετά. 

                                                                                                                                                 Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

 

Δεν ήταν παραμύθι η ιστορία μας

Είχα ένα φίλο που Μάη τον φωνάζαμε. Μάης από το Μάκης γιατί το κάπα το κατάπινε ο ουρανίσκος του προτού προλάβει ακέραιο να βγει. Λένε πως σκοτώθηκε στο Παρίσι –ένας προβοκάτορας ψευτοεπαναστάτης ρητόρευαν οι αγκιτάτορες. Λένε πως ένας νεκροθάφτης έβαλε το τελευταίο καρφί στο φέρετρό του. Λένε πως αν είσαι αλαφροΐσκιωτος, θα δεις το φάντασμά του κάτι υγρά βράδια ολόγυμνο να περιφέρεται στα νεκροταφεία. Λένε πως κάθε πέντε χρόνια παπάδες τελούν με κάθε επισημότητα το μνημόσυνό του με λιβανίσματα σε καθεδρικούς ναούς.

Μα εγώ ξέρω καλά πως ο δικός μου Μάης δίχως ταυτότητα ζει στα πιο τρελά όνειρά μας. Ο δικός μου Μάης δεν ξόφλησε· δεν μεγάλωσε ποτέ σαν όλους εμάς που γυρέψαμε Εξουσίες και τις παρέες σπάσαμε. Με τη Φαντασία ξαπλώνει διά βίου, πιστός σύντροφός της, σε μια σοφίτα της Βουλγαροκτόνου, που έχει καρφιά στους τοίχους χωρίς πορτρέτα και φωτογραφίες. Ένας κλοσάρ στο Σεν Κλοντ με ένα μπουκάλι στο χέρι να φωνάζει: «VivelaFrance! Vivelarevolution!» Ένας Μαύρος Πάνθηρας ο δικός μου Μάης που υψώνει τη γροθιά του μέσα στα γήπεδά σας. Ένας απείθαρχος μονιάς που ουρλιάζει τις ντροπές μας πότε στο Αφρίν και τη Συρία, πότε στην Ευρώπη και την Ασία. Ένας τυφλός τυχοδιώκτης με μια σφυρίχτρα στο στόμα που γυρεύει τον τόπο του κάτω από σωρούς συντρίμμια. Ένας ρακοσυλλέκτης που ανασκαλεύει τις στάχτες μπας και τη σπίθα ανάψει. Ένας μανιακός γραφιάς που ξηλώνει διαρκώς τα <Π> από τις ιστορίες που σκαρώνει, οδοφράγματα να φτιάξει.

Του φωνάζω. Κι αυτός το πρόσωπο αποστρέφει με μια πίκρα ασυμβίβαστη στο βλέμμα. Ο Μάης από το Μάκης γιατί το κάπα το καταπίνει μια τρύπα στον ουρανίσκο του προτού προλάβει ακέραιο να βγει.

                                                                                                                                                                                   Δημήτρης Χριστόπουλος