ΧΩΡΙΑ ΑΝΩ ΛΟΥΡΟΥ – ΞΗΡΟΒΟΥΝΙΟΥ

[ Ελένη Κόλια / Ήπειρος / 23.05.15 ]

    Γεωγραφικά ορίζεται από τον Τόμαρο (1.974μ.) και τη Νότια προέκταση του στα Δυτικά και το Ξεροβούνι (1.607μ.) και τη Βόρεια προέκτασή του στα Ανατολικά.

    Η περιοχή παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της διόδου –του περάσματος- μια και από εκεί περνούσε και περνά ακόμα και σήμερα μια από τις λιγοστές αρτηρίες σύνδεσης του εσωτερικού της Ηπείρου με τα παράλια.

    Στενά περάσματα, κλειστές χαράδρες, διάσελα σε καίρια σημεία και σημαντικούς δρόμους διαμόρφωσαν τις λειτουργίες στο χώρο (χάνια για κατάλυση των ταξιδιωτών, οχυρωμένες θέσεις για έλεγχο, εμπόριο κλπ.) με βάση την ανάγκη διέλευσης των ανθρώπων από εκεί.

    Μικροί λόφοι χωρίζουν την περιοχή σε δύο εδαφολογικές λεκάνες: του Άνω Λούρου και του Δ. Ξεροβουνίου που περιλαμβάνουν τα χωριά Θεριακήσι, Κοπάνη, Βαργιάδες, Πεντόλακκος, Μελιά, Βουλιάστα, Μουσιωτίτσα, Κουκλέσι και Πέρδικα, Μυροδάφνη, Πεστά, Αγία Τριάδα, Σκλίβανη, Τέροβο, Βαρλαάμ αντίστοιχα.

    Η περιοχή του Δ. Ξεροβουνίου προσφέρεται περισσότερο για κτηνοτροφία ενώ σε εκείνη του Άνω Λούρου εκτός από της μικρής κλίμακας γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενασχόληση των κατοίκων – του νότιου τμήματος- με την εκμετάλλευση της δυναμικής του νερού με μια σειρά από μύλους, νεροτριβές, μαντάνια, κατά μήκος του Λούρου. Τα περισσότερα δυστυχώς έχουν καταστραφεί. Από την άλλη μεριά η πεστροφοκαλλιέργεια σήμερα αποτελεί μια από τις βασικές ασχολίες τους.

Μετά από μια προσπάθεια 18 ολόκληρων χρόνων της πρώην Κοινότητας Σκλίβανης, του νυν Δήμου Δωδώνης, της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και της Περιφέρειας Ηπείρου, δημιουργήθηκε ένα μοναδικό για την περιοχή μουσείο με σκοπό όχι μόνο τη διάσωση του θρησκευτικού πλούτου, αλλά και τη διάχυση της γνώσης για τη μεταβυζαντινή κληρονομιά της περιοχής.
Το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης  περιλαμβάνει ένα σημαντικό αριθμό φορητών εικόνων, που χρονολογούνται κυρίως από τον 16ο έως και τον 19ο αιώνα και αντικατοπτρίζουν μερικές από τις κυριότερες καλλιτεχνικές τάσεις που κυριαρχούν στην Ήπειρο κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Αρκετές από αυτές είναι έργα τοπικών ζωγράφων, αλλά και καλλιτεχνών από την ευρύτερη περιοχή των Τζουμέρκων. Στις συλλογές του Μουσείου, εκτός από τις εικόνες, εκτίθενται επίσης ιερατικά άμφια του 19ου αιώνα, με χρυσοκέντητο διάκοσμο, καθώς και ποικίλα εκκλησιαστικά σκεύη, τα περισσότερα έργα αργυροχοικών εργαστηρίων της πόλης των Ιωαννίνων. Εξίσου σημαντική είναι και η συλλογή των εκκλησιαστικών βιβλίων, πολλά από τα οποία είναι έργα σπουδαίων γιαννιώτικων τυπογραφείων, όπως το περίφημο τυπογραφείο του Ν. Γλυκή, που ως γνωστόν λειτουργούσε στη Βενετία και τροφοδοτούσε με βιβλία ολόκληρο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο.

Μεγάλο ζητούμενο για το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης, το οποίο στεγάζεται στο παλιό πετρόκτιστο σχολείο του χωριού, αποτελεί να είναι βιώσιμο και λειτουργικό, συμβάλλοντας στην προσέλκυση επισκεπτών και στην αναβάθμιση της τουριστικής κίνησης της περιοχής, επιτελώντας παράλληλα και λειτουργίες με εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Η προέλευση του ονόματος του χωριού Μουσιωτίτσα είναι άγνωστη. Πιθανολογείται από έρευνες μελετητών ότι το όνομα είναι σλαβικής προέλευσης λόγω του ότι το τέλος της  σε "-ιτσα" εμφανίζεται στα σλαβικά ονόματα οικισμών. Άλλες θεωρίες αναφέρουν ότι το όνομα προέρχεται από παλιούς μύθους των αρχαίων κατοίκων των ποταμών που είναι γνωστές ως "Μούσες" ή από μια βασίλισσα που κατοικούσε σε αυτό που είναι τώρα τα ερείπια ενός κάστρου που χρονολογείται από τον 3ο αιώνα μ.Χ.. Ευρέως θεωρείται ότι έχει διακανονιστεί στις αρχές του 18ου αιώνα. Η παλιά εκκλησία του Αγίου Νικολάου έχει αναφερθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά εκκλησιαστικά αρχεία κατά το έτος 1791. Το χωριό θεωρείται ότι άνηκε στην ομάδα των χωριών που αποτελούσαν το Σούλι.

Χτισμένη στη βορειοδυτική Ελλάδα, 30 χλμ. μόλις πριν από την πόλη των Ιωαννίνων, κοντά σε ένα κομβικό για την ιστορία της πόλης σημείο, λιγότερο προβεβλημένη από δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς όπως είναι τα Ζαγοροχώρια, άλλα όχι και λιγότερο όμορφη, η Μουσιωτίτσα συνέδεσε τη σύγχρονη ιστορία της με την "μαύρη" ημέρα της 25ης Ιουλίου 1943 όταν οι δυνάμεις των κατακτητών εκτέλεσαν στο χωριό 152 ανθρώπους. Τραγική, μαρτυρική αλλά ακόμη χωρίς ηθική και νομική δικαίωση η Μουσιωτίτσα αποδίδει κάθε χρόνο ένα ελάχιστο φόρο τιμής στα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.

Το ιστορικό Χωριό Πεστά, βρίσκεται σε απόσταση 25 χιλιομέτρων από την Πόλη των Ιωαννίνων, στις πλαγιές του Μακρυβουνίου, Σκληρή η μάχη στα Πεστά, έμεινε στην ιστορία ως “η μάχη των Πεστών”, και χαράχτηκε ως μια από τις ένδοξες σελίδες της ιστορίας του ελληνικού στρατού. Σε πιστοποίηση αυτού, το όνομα “Πεστά”, που είναι χαραγμένο στην πάνω αριστερή μετώπη του μνημείου του “Άγνωστου Στρατιώτη”, στην πλατεία Συντάγματος της πρωτεύουσας. 

Στην Εθνική Οδό από τα Ιωάννινα προς Αθήνα πριν το Χωριό Βουλιάστα δεξιά, αναβλύζει η κύρια πηγή του ποταμού Λούρου. Πρόκειται για μία μικρή στρογγυλή λιμνούλα στην οποία καθρεφτίζονται οι καταπράσινες πλαγιές των λόφων γύρω της. Τα νερά της έχουν ένα μοναδικό γαλαζοπράσινο χρώμα ενώ η έντονη και σπάνια διαύγεια αυτών προσφέρει ένα μοναδικό θέαμα που αξίζει να δείτε κάνοντας τον περιμετρικό περίπατο.

Η Κοιλάδα του Λούρου είναι κλειστή στο πάνω τμήμα της. Τα στενά περάσματα του ποταμού βρίσκονται στο μέσον της διαδρομής του από το Χωριό Βουλιάστα έως και το Χωριό Κουκλέσι.

Στην περιοχή αυτή κυριαρχούν υδρόμυλοι, νεροτριβές, παλιά υδραγωγεία καθώς και τα περίφημα "Χάνια", που υπήρξαν σημαντικά στοιχεία οργάνωσης του χώρου κατά το παρελθόν και τα ίχνη τους είναι ακόμη αρκετά ορατά. Τα "Χάνια" βρίσκονται πάνω στο οδικό δίκτυο σε αντίθεση με τα χωριά που βρίσκονται ψηλά. Tο Τέροβο με το συνοικισμό του Ραψαίους καταλαμβάνει το νοτιότερο τμήμα του Δήμου ως τα όρια των Νομών Ιωαννίνων-Πρέβεζας. Μάλιστα, στην έκταση των Ραψαίων είναι το Ιστορικό Φρούριο Πέντε Πηγαδιών, καθώς και τα ερείπια του παλιού ομώνυμου Χανίου. Απ' εδώ περνούσε το δερβένι του Αλή πασά. Στα χρόνια της σκλαβιάς το Τέροβο και οι Ραψαίοι ανήκαν στην περιοχή Κατσιαουνοχωρίων και Τσαρκοβίστας. Μετά τον Αλή πασά τα κατείχαν μπέηδες και αγάδες (γεώργιο Ιμίν και Μαλιόκ).

Όλα τα χωριά, τα δημοτικά διαμερίσματα, με τους συνοικισμούς των βρίσκονται απ' εδώ κι απ' εκεί στο μήκος 30 χιλιομέτρων της Εθνικής οδού Ιωαννίνων-Αθηνών. Κοινοτικοί και αγροτικοί δρόμοι συνδέουν τα χωριά με την εθνική οδό ή και μεταξύ τους. Επισημαίνεται πως και η σύγχρονη κατασκευαζόμενη «Ιόνιος οδός» ακολουθεί την ίδια γραμμή μέσω Πέντε Πηγαδιών. Τα περισσότερα χωριά αποτελούνται από συνοικισμούς χτισμένους σε ξεχωριστές εδαφομορφολογικές  θέσεις και υψόμετρα (Άνω, Κάτω, Παλιό, Νέο, κλπ). Κάποτε, σε κάθε κοντότουφα στις πλαγιές του Ξηροβουνίου και του Ολύτσικα κρύβονταν πέρδικες και περδικόπουλα. Και οι Μούλες μετονομάστηκαν  σε Πέρδικα απ' τις πολλές πέρδικες στο Μακρυβούνι.

Τα παλαιότερα χρόνια και ως τα τέλη περίπου του 19ου αιώνα η περιοχή της Λαγγιώτισσας ήταν ένας απέραντος πυκνός λόγγος. Γι' αυτό λεγόταν και Λογγιώτισσα. Ο δρυμώνας στις πλαγιές του Ολύτσικα και ιδιαίτερα στη Μουσιωτίτσα και το Κουκλέσι αναφέρεται από πολλούς λόγιους και ιστορικούς, όπως και ο αφανισμός του από τους καρβουνιάρηδες, τους καμινάδες, που εγκατέστησε εκεί ο Αλή Πασάς. Οι ντόπιοι έμαθαν την τέχνη απ' αυτούς και το καμίνι έφαγε όλον το δρυμώνα. Έτσι και οι δρυάδες νεράιδες των παραμυθιών δεν έχουν πια κατοικία εδώ. Ούτε ακούγεται το τραγούδι και ο θρήνος τους και ούτε παίρνουν τη φωνή των τσοπάνηδων και των ξυλοκόπων!