Χοντρός-Λιγνός

[ Θεολόγος Σερέτης / Ελλάδα / 23.02.20 ]

Ήτανε φίλοι καρδιακοί. Χοντρό και Λιγνό τους είχαν βγάλει το παρατσούκλι. Όμοιοι με τους κινηματογραφικούς ήρωες, ο ένας ψηλός, παχύσαρκος και ο άλλος κοντός και κοκαλιάρης. Αχώριστοι στη δουλειά, στο καφενείο, στην εκκλησιά. Στο καρναβάλι έδιναν τα ρέστα τους. Πώς και πως το περίμεναν οι χωριανοί. Ντυνόταν ο χοντρός αρκούδα με τομαρίσια στολή, χαλκά στην μύτη κι αλυσίδα στο λαιμό. Ο κοντός τον γύρναγε στα σπίτια, χτυπώντας το ντέφι σαν γνήσιος τσιγγάνος, με το τσιγάρο στ’ αυτί. Σε κάθε σπιτικό η ίδια παράσταση.

-Κάνε βρε αρκούδα πως χορεύει η νύφη, πως τρώει η πεθερά, πως φουμάρει ο νοικοκύρης, πως ροχαλίζει ο γείτονας.
Ασήμωναν μες στο ντέφι οι νοικοκυραίοι δραχμές, καρύδια, πορτοκάλια και τους τράταραν γλυκό βύσσινο, μπακλαβά και κρασί. Και ένα αυγό οπωσδήποτε στην αρκούδα που το καταβρόχθιζε με μια μπουκιά. Λένε ότι όσα σπίτια είχε το χωριό, τόσα αυγά έτρωγε στην καθισιά εκείνα τα βράδια του καρναβαλιού. Καμιά εκατοστή δηλαδή.
Μετά από κάμποσα χρόνια χώρισε το δίδυμο. Ο χοντρός άφησε το φίλο του μόνο στη δουλειά, στον καφενέ, στην εκκλησιά, μετά από το καρναβάλι. Πολλοί λένε ότι το ’παθε από τα πολλά αυγά.