Ο Κάφκα και η σιωπή των σειρήνων

[ ARTI news / Ελλάδα / 04.06.19 ]

 Ο Φραντς Κάφκα γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου του 1883 στην Πράγα από γονείς Εβραίους: από έναν πατέρα αυταρχικό, που κατόρθωσε να γίνει εύπορος υφασματέμπορος, κι από μια μάνα τρυφερή που, αντίθετα με τον πατέρα του, είχε μεγαλώσει μέσα σ' έναν περίγυρο βαθιά μορφωμένων ανθρώπων. Ο Φραντς ήταν ο πρωτότοκος. Είχε τρεις αδελφές και δύο αδελφούς, οι οποίοι πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια και κυρίως οι σχέσεις με τον αυταρχικό και άξεστο πατέρα του, στοίχειωσαν τη ζωή του. 

Μετά το γυμνάσιο, υπακούοντας στην επιθυμία του πατέρα του, ο Κάφκα αφού παρακολούθησε ορισμένα πανεπιστημιακά μαθήματα γερμανικής φιλολογίας, σπούδασε τελικά νομικά. Στο πανεπιστήμιο γνωρίστηκε με διάφορους γερμανόφωνους εκκολαπτόμενους λογοτέχνες όπως ο Μαξ Μπροντ, που έγινε επιστήθιος φίλος του. Στη συνέχεια εργάστηκε επί δεκατέσσερα χρόνια, πρώτα σε μια ασφαλιστική εταιρεία και μετά στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Βοημίας. Τις νύχτες του αφιέρωνε στο γράψιμο. Αυτό ήταν το μεγάλο του πάθος. Ήξερε ότι ο προορισμός του ήταν το γράψιμο, αλλά δεν κατάφερε -δεν τόλμησε- να το κάνει επάγγελμά του. Ελάχιστα κείμενά του δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, όπως η περίφημη "Μεταμόρφωση" (1916), "Η αποικία των τιμωρημένων", το "Ένας αγροτικός γιατρός", καθώς και "Το γράμμα στον πατέρα" (1919). Το 1914 αρραβωνιάστηκε τη Φελίτσε Μπάουερ, την οποία είχε γνωρίσει στο σπίτι του Μπροντ και με την οποία αλληλογραφούσε επί δύο χρόνια, διέλυσε όμως τον αρραβώνα επειδή ένιωθε ανίκανος να αντιμετωπίσει το γάμο. Άλλη μια απόπειρά του να παντρευτεί τη Φελίτσε κατέληξε σε αποτυχία, αφού το 1917 έγινε γνωστό ότι πάσχει από φυματίωση και μπήκε σε σανατόριο -με τη συμπαράσταση της αδελφής του Ότλα.

 Στην ερωτική αλληλογραφία του Κάφκα με την Φελίτσε είναι έκδηλο πως το συνώνυμο της ευτυχίας ερχόταν προς αυτόν κουβαλώντας τις αλυσίδες της δυστυχία του. Να τι έγραφε ο ίδιος:«Γράφω σημαίνει ανοίγω τον εαυτό μου σε υπέρτατο βαθμό... Γι’ αυτό δεν μπορείς ποτέ να είσαι αρκετά μονάχος όταν γράφεις, γι’ αυτό δεν είναι αρκετή η ησυχία που σε περιβάλλει... Ο χρόνος που σου προσφέρεται δεν είναι ποτέ αρκετός, γιατί οι δρόμοι είναι ατελείωτοι και είναι εύκολο να παραπλανηθείς (...) Εγώ δεν υποχωρώ από την απαίτησή μου για μια ιδεατή ζωή που να ταιριάζει στη δουλειά μου, εκείνη θέλει, άκαμπτη καθώς είναι στις βουβές μου ικεσίες, το μέσο όρο, το άνετο σπίτι.... τοποθετεί το ρολόι μου, που εδώ και τρεις μήνες πηγαίνει μιάμιση ώρα μπροστά στη σωστή ώρα με την ακρίβεια λεπτού...».

 Εδώ ο συγγραφέας Φρ. Κάφκα συγκρούεται μετωπικά με τον τρόπο ζωής των επιθυμιών της γυναίκας, με αυτά τα «ασήμαντα πράγματα» που είναι ο γάμος, τα παιδιά, το γραφείο και η εξουσία τους. Ο Κάφκα βιώνει την τρομώδη αγωνία των «αυθεντικών» του Χάιντεγκερ, που νιώθουν τις πληγές εκ των προτέρων.

Αυτή την εμφύλια αμάχη περιγράφει ο Ελίας Κανέττι μέσα από τις 716 επιστολές της αλληλογραφίας του Κάφκα με την αρραβωνιαστικιά του. Εντέλει, η ειρήνη θα επέλθει με την εμφαντική διαφυγή πίσω από το θάνατο μέσω της «ηρωοποιημένης» φυματίωσης. Γιατί στους εμφύλιους σπαραγμούς «η ευχή για ειρήνη απευθύνεται μόνο στις στάχτες».

 Πριν είχε επιλέξει τη σωτηρία-διαφυγή μέσω της «Μεταμόρφωσης» σε σκαθάρι. Η μορφή του εντόμου αντανακλά την αμφισβήτηση των σταθερών της κοινωνίας, της οικογένειας, των εργασιακών σχέσεων, όπου η μικροπρέπεια, ο κυνισμός, ο εγωισμός, επικρατούν της ευαισθησίας, της φιλίας, της θαλπωρής και της φροντίδας. Ο Κάφκα θυσιάζει τον Γκρέγκορ για να εκθέσει τους πάντες. Και κυρίως την οικογένειά του. Εδώ αποκαλύπτει την αποστροφή για τον πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό καθωσπρεπισμό. Ταυτόχρονα, δείχνει κατανόηση για την αδύναμη φύση των άλλων, όταν στο πρόσωπο του Γκρέγκορ βλέπουν κάτι από τον ειδεχθή εαυτό τους. Μέσω της μεταμόρφωσης του ενός, ο Κάφκα επιδιώκει τη μεταμόρφωση των υπολοίπων για να δείξει ότι κινδυνεύουμε από το άσχημο είδωλό μας. Στα άλλα έργα του, όπως η Δίκη, η μεταμόρφωση θα λάβει τη μορφή της μεταμόρφωσης και της συρρίκνωσης ταυτόχρονα. Η διαφυγή από τον παραλογισμό της πολιτικής εξουσίας και της κρατικής γραφειοκρατίας θα επισυμβεί δια τις συρρίκνωσης, μέσω της αφάνειας, της μη ορατότητας. Μόνο που αυτή είναι η εκούσια συρρίκνωση των μεσαίων, αυτών που φαίνονται και ύστερα δεν φαίνονται, αυτών που βρίσκονται μεταξύ φωτός και σκότους. Γιατί υπάρχει και η άλλη, η ακούσια συρρίκνωση των φτωχών (από το πτήσσω), η οποία είναι επιβαλόμενη από τους "πάνω", από τους Her Omnes. Εξάλλου, κάθε επανάσταση εξατμίζεται και αφήνει ένα κατακάθι γραφειοκρατίας. Αυτή είναι η εξουσία που επιβιώνει πάντα. Και ο Σάντσο Πάντσα. Γιατί η ατυχία του Δον Κιχώτη δεν ήταν η φαντασιοπληξία του, αλλά ο Σάντσο Πάντσα.

Το 1923 ο Κάφκα, σε ένα ταξίδι του στη Βαλτική, γνώρισε την εβραία νηπιαγωγό Dora Diamant και μετά από λίγο μετακόμισε στο σπίτι της στο Βερολίνο, προσπαθώντας να ξεφύγει από την επίδραση της οικογένειάς του και να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Πέθανε όμως φυματικός στις 3 Ιουνίου του 1924. Γενικά, η ζωή του υπήρξε απλή, χωρίς πολλές μετακινήσεις και μακρινά ταξίδια. Χωρίς "μεγάλες συναντήσεις". Λίγο πριν πεθάνει, παρακάλεσε τον Μπροντ να καταστρέψει τα έργα του, εντολή που αυτός παράκουσε. Ο Μπροντ επιμελήθηκε τα τρία ημιτελή μυθιστορήματά του και τα εξέδωσε: "Η δίκη" (1925), "Ο Πύργος" (1926), "Αμερική" (1927).

Μ' όλο που έχει διασωθεί ένα πολυσέλιδο ημερολόγιό του (3.000 σελ.), πολλά από τη ζωή του Κάφκα παραμένουν άγνωστα. Αυτό οφείλεται ιδιαίτερα ατα πολιτικά γεγονότα μεταξύ 1933 και 1945: Στο Βερολίνο, στο σπίτι της Dora Diamant κατασχέθηκε από τη Γκεστάπο μια δέσμη από χειρόγραφά του που θεωρούνται σήμερα χαμένα. Το 1935 απαγορεύτηκε η δημοσίευση των έργων του. Οι μάρτυρες της ζωής του, οι τρεις αδελφές του, φίλοι, συγγενείς, θανατώθηκαν από τους ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα αρχεία καταστράφηκαν. Η βιβλιοθήκη και πολλά γράμματά του χάθηκαν. Το έργο του, αρχικά γνωστό σ' ένα μικρό μόνο λογοτεχνικό κύκλο της Γερμανίας, διαδόθηκε μετά το θάνατό του στη Γαλλία, χάρη στους H. Breton, A. Camus και J. P. Sartre, ύστερα στην Αγγλία και Αμερική και τελευταία στη Ρωσία.

Αλλά τι είδε ο Κάφκα; Τι τον κάνει μοναδικό; Το βλέμμα. Αν ο Έζρα Πάουντ είδε τους συντρόφους του Οδυσσέα, τους οποίους προσπαθεί να αφυπνήσει, αιτιολογώντας την ανταρσία του Ελπήνορα. Ο Κάφκα "βλέπει" τις σειρήνες και διαπιστώνει πως "έχουν ένα όπλο πιο φοβερό απ' το τραγούδι: Τη σιωπή τους"! Ότι είναι άχρηστο το μελισσόκερο και το κατάρτι όταν δεν υπάρχει τραγούδι και πως "δεν μπορείς να σπάσεις τις αλυσίδες, που δεν βλέπεις".