Το «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ και η λογοκρισία του facebook

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Βιβλίο / 08.10.19 ]

Στις 25 Μαρτίου του 1955 οι αρχές των ΗΠΑ απαγόρευσαν το ποίημα «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ ως άσεμνο! Τότε επικρατούσε ο μακαρθισμός και ο πουριτανικός φασισμός, σήμερα ο πουριτανικό αλγόριθμος του facebook, που λογοκρίνει και φασίζει.

Το «Ουρλιαχτό» ήταν ένα ξέσπασμα εναντίον του καταναλωτισμού, ήταν η κραυγή και το κλάμα ενός μοναχικού ποιητή-λύκου, μία φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ένα σπάραγμα στις παρυφές της κοινωνίας, όπου εναλλάσσονται η απελπισία και το χιούμορ, η καυστική σάτιρα και η οπτασιακή έκσταση, ο σαρκαστικός ρεαλισμός και η ονειρική περισυλλογή. Η γραφή των Beat είναι ότι η τζαζ για τον ήχο: Οι Beat «... τραγούδησαν το βάσανο γι’ αγάπη του γυμνού αμερικάνικου μυαλού με μια ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί σαξοφωνική κραυγή... με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη και πεταμένη έξω απ’ τα κορμιά τους, καλή για φάγωμα για χίλια χρόνια».

Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου, 
χαλασμένα από την τρέλα, 
λιμασμένα υστερικά γυμνά, 
να σέρνονται μέσα στους μαύρους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση, 
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, 
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας
στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, 
αρμενίζοντας πάνω από τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στη τζαζ, 
άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια
κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο
και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους
τρεκλίζοντας φωτισμένοι
σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών

Αποβλήθηκαν απ’ τις ακαδημίες
γιατί ήταν λέει τρελοί
κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές
στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα, 
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας αυτί
στον Τρόμο μέσα απ’ τον τοίχο
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας
ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας γεγονότα και μνήμες
κι ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών
και πολέμων, ολόκληρες διάνοιες
που ξεράστηκαν αναπολώντας με απόλυτη ακρίβεια
επτά μέρες και νύχτες
με μάτια που άστραφταν, 
κρέας για τη Συναγωγή
πεταμένο στο πεζοδρόμιο

Έκαναν τρύπες από τσιγάρα στα μπράτσα τους
διαμαρτυρόμενοι για την ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου, 
του καπιταλισμού, 
έσπασαν κλαίγοντας
σε λευκά γυμναστήρια
γυμνοί και τρέμοντας
μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών, 
βήχανε στον έκτο όροφο
στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω από τον φυματικό ουρανό
πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
μαγείρεψαν σάπια ζωα, 
πλεμόνια, καρδιές, πόδια, ουρές
κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα
ροκεντρολλάροντας ανυπέρβλητες επωδές
που στο κίτρινο πρωινό
ήταν στροφές ασυναρτησιών
χωθήκανε κάτω από φορτηγά ψυγεία κρεάτων
ψάχνοντας για ένα αυγό, 
πέταξαν τα ρολόγια τους απ’ την ταράτσα
για να ρίξουν την ψήφο τους
υπέρ της Αιωνιότητας έξω απ’ τον Χρόνο, 
και ξυπνητήρια πέφταν κάθε μέρα στα κεφάλια τους, 
καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία, 
κόψανε τις φλέβες τους
τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση
και αναγκάστηκαν ν’ ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί
αλλά με ματωμένο το κεφάλι
και τα δάκρυα και τα δάχτυλα, 
σ’ ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας
των θαλάμων των τρελοπόλεων
λογομαχώντας σε βρωμερά δωμάτια
με τους αντίλαλους της ψυχής, 
χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες
παντέρημες εκτάσεις της αγάπης, 
ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς
κορμιά που γινήκαν πέτρα
βαρειά σαν το φεγγάρι

Κάποια μέρα ο Γκίνσμπεργκ κάθεται με τον Κέρουακ στην όχθη του ποταμού στο Σαν Φρανσίσκο. Ο δεύτερος βλέπει ένα ψηλό αλλά ξεραμένο ηλιοτρόπιο, το οποίο ο πρώτος θεώρησε ως σημάδι της αφοσίωσής του στην αναζωογόνηση της ερωτικής και πνευματικής ενέργειας. Το λουλούδι γίνεται το έμβλημά του και σύμβολο του αφυπνισμένου ανθρώπου: «Πρόστυχο χτυπημένο παλιόπραμα, ηλιο-/ τρόπιό μου/ Ω ψυχή μου, σ’ αγάπησα τότε!... (...) Είμαστε όλοι/ όμορφα ηλιοτρόπια μέσα μας...» (Το δίδαγμα του ηλιοτρόπιου-1956).