Το γεύμα

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 09.03.18 ]

Τη φώναζα Λενίτσα. Ούτε έξι εφτά χρονών δεν θα ’μουν. Αυτή ήταν αρκετά μικρότερη. Αλλά με ακολουθούσε όπου πήγαινα. Στον μπακάλη, στην πλατεία, στο γήπεδο. Ένα σχεδόν μήνα έτρεχε ξωπίσω μου. Άνοιξη καιρός, κόντευε Πάσχα. Έκανα όνειρα για το καλοκαίρι. Με τις ανθισμένες μαργαρίτες στο απέναντι από το σπίτι μου λιβάδι. Ας όψεται ο πατέρας μου. Την έσφαξε ο άτιμος. Μέρα της Λαμπρής. Που ήταν όλοι μαζεμένοι στο σπίτι. Δύο ώρες έτρεχαν κορόμηλα τα δάκρυά μου.

Θα το πω το κρίμα μου. Στο τέλος δοκίμασα κι εγώ. Από όπου νομίζω ότι κρατάει ο ρεφορμισμός μου στα πολιτικά και που δεν τα έφτιαξα ποτέ μου με Ελένη.