Το βιβλίο του Δ. Κολιού για τη Φιλιππιάδα

[ ARti news / Ήπειρος / 18.12.15 ]

«'Η δημογραφική εξέλιξη της Φιλιππιάδας( 1913-2001)», είναι ένα  βιβλίο  χρήσιμο όχι μόνον για όσους ενδιαφέρονται ειδικά για την ιστορία της Φιλιππιάδας, αλλά γενικότερα για όσους ασχολούνται με την τοπική ιστορία, τον πολιτισμό των επιμέρους περιοχών.

 Η έκδοση του εν λόγω βιβλίου ενισχύει γενικότερα τις προσπάθειες για τη διαφύλαξη της παράδοσης. Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, είναι μία αξιέπαινη δουλειά αυτή του Δημήτρη Κολιού.  

Είναι ολοφάνερο ότι ο συγγραφέας Δημήτρης Κολιός  αφιέρωσε πολύ χρόνο προκειμένου να συγκεντρώσει, να επεξεργαστεί και να αναλύσει το υλικό της μελέτης του. Το ζήτημα με το οποίο καταπιάνεται καλύπτει, ένα κενό στην ιστοριογραφία της περιοχής και γενικότερα της Ηπείρου.

Η δομή του βιβλίου, όπως αυτή διαγράφεται στην εισαγωγή, είναι σαφής και ανταποκρίνεται απολύτως στον στόχο που έθεσε κατά τη συγγραφή του. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, «βασικός στόχος του παρόντος βιβλίου είναι η παρουσίαση, ανάλυση και κατανόηση της δημογραφίας της Φιλιππιάδας -στο πλαίσιο των εκάστοτε διοικητικών ορίων της επαρχίας, κοινότητας και δήμου- και των χωριών που υπάγονταν σ' αυτήν, κατά τον 20ό αιώνα, με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν από τις επίσημες απογραφές του Ελληνικού Κράτους».

Ακολουθώντας μία πολύ βασική αρχή της σύγχρονης ιστοριογραφίας, την οποία εισηγήθηκε η Γαλλική Σχολή των Annales, εξετάζει στο πρώτο κεφάλαιο της μελέτης του τη γεωγραφία της περιοχής προκειμένου να γίνει κατανοητό πώς το ανάγλυφο, οι γεωμορφολογικές δηλαδή ιδιαιτερότητες του τόπου και το κλίμα επηρέασαν και καθόρισαν την κατοίκηση αυτού του χώρου ήδη από τα αρχαία χρόνια, θεωρώντας, ορθά, ως έναν πολύ βασικό παράγοντα που καθορίζει τη δημιουργία των οικισμών τον υψομετρικό. Σ' αυτή τη συνάφεια, δεν παραβλέπει και τον παράγοντα οικονομία (είτε της γεωργικής οικονομίας είτε της κτηνοτροφικής) προκειμένου να αναδείξει τον ρόλο που έπαιξε στην κατοίκηση του χώρου. Έτσι, επισημαίνει ότι το έδαφος της Φιλιππιάδας, το οποίο παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ηπειρωτικού τοπίου, γίνεται στο νότο πεδινό, με μικρές κοιλάδες και πεδιάδες, όχι ιδιαίτερα εκτεταμένες, «με αποτέλεσμα η παραγωγή των δημητριακών να μην ήταν επαρκής για τους κατοίκους», ενώ αλλού παρατηρεί ότι στην περιοχή αυτή αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η κτηνοτροφία, η οποία αποτελεί σήμερα, με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις, έναν δυναμικό παράγοντα της τοπικής οικονομίας. Οι εξαιρετικοί πράγματι χάρτες του  Γιάννη Παπαμιχαήλ, οι ωραίες (παλαιές ή σύγχρονες) φωτογραφίες και οι πολλές έγχρωμες γραφικές παραστάσεις που κοσμούν το βιβλίο βοηθούν πολύ τον αναγνώστη να κατατοπιστεί στον χώρο και να κατανοήσει καλύτερα όσα αναφέρει ο συγγραφέας.

Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για το δεύτερο κεφάλαιο της μελέτης, που αναφέρεται στην ιστορία της περιοχής.

Ίχνη της παρουσίας του ανθρώπου σ' αυτή την περιοχή ανιχνεύονται από την Παλαιολιθική περίοδο. Ο συγγραφέας παρακολουθεί την πορεία της σε όλες τις περιόδους της ιστορίας, αξιοποιώντας ό,τι έχει φέρει ως τώρα στο φως η σκαπάνη των αρχαιολόγων και η ιστορική έρευνα, για να αναδείξει αφενός τη συνεχή, αλλά όχι ευθύγραμμη κατοίκησή της, και αφετέρου τις τομές στην ιστορία του τόπου. Ιδιαίτερα σημαντική και απόλυτα ορθή είναι η παρατήρηση ότι «η ευρύτερη περιοχή της Φιλιππιάδας έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την οθωμανική περίοδο γιατί απ' αυτήν περνούσαν οι κυριότερες οδικές αρτηρίες που συνέδεαν την Άρτα και την Πρέβεζα με τα Ιωάννινα».

Όπως παρατηρεί, στις αρχές του 19ου αιώνα εντοπίζονται οι πρώτες γραπτές αναφορές στους οικισμούς αυτής της περιοχής.

 Η παράθεση αποσπασμάτων από τα έργα ξένων ταξιδιωτών (όπως του Leake, του Pouqueville και του Hughes) που πέρασαν από εδώ στις αρχές αυτού του αιώνα μας μεταφέρουν δύο αιώνες πίσω επιτρέποντάς μας να αναπλάσουμε τον οικισμένο ή μη χώρο και ν' αναλογισθούμε τι άλλαξε από τότε έως σήμερα. Η ενσωμάτωση της Άρτας στο ελληνικό κράτος είχε ως συνέπεια οι μουσουλμανικές οικογένειες της Άρτας να εγκατασταθούν στην ευρύτερη περιοχή της Φιλιππιάδας σε μία νέα πόλη που χτίστηκε γι' αυτούς παίρνοντας το όνομα Χαμιδιέ προς τιμήν του σουλτάνου Αβδούλ Χαμήτ και μετονομάστηκε γρήγορα σε Νέα Φιλιππιάδα.

 Έτσι εισάγεται ο αναγνώστης ομαλά στο τρίτο, πιο εκτεταμένο και πιο σημαντικό κεφάλαιο αυτής της μελέτης, στο οποίο εξετάζεται η δημογραφική εξέλιξη της περιοχής κατά τον 20ό αιώνα και συγκεκριμένα από το 1913 έως το 2001.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξέταση των πληθυσμιακών μεταβολών δεν γίνεται ερήμην των πολεμικών και πολιτικών γεγονότων που συνέβησαν στην εξεταζόμενη περιοχή, αλλά και ευρύτερα στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του ελληνικού Κράτους. Αντίθετα, πολύ ορθά και συνετά ο συγγραφέας εντάσσει το δημογραφικό στο πολιτικό ή το πολεμικό, προκειμένου να δει πώς τα διάφορα γεγονότα επηρέασαν τις μετακινήσεις του πληθυσμού προς και απ' αυτήν την περιοχή, τις αυξομειώσεις του, την αλλαγή των ορίων του δήμου κλπ.

Για παράδειγμα, όπως γράφει, οι Βαλκανικοί πόλεμοι είχαν ως αποτέλεσμα την πύκνωση με την άφιξη επήλυδων από τον πληθυσμό των ορεινών και ημιορεινών κτηνοτροφικών οικισμών, ενώ αντίθετα οι οικισμοί με χαμηλό υψόμετρο δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη πληθυσμιακή πύκνωση, λόγω των βαλτωδών εδαφών Δεν αγνοεί δε και τον οικονομικό παράγοντα, ο οποίος έπαιζε και παίζει πάντα καθοριστικό ρόλο στην κίνηση του πληθυσμού μιας περιοχής. Αξίζει δε να τονιστεί ότι δεν εκβιάζει τα συμπεράσματα, ούτε δίνει εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα για τα οποία απαιτούνται και άλλες πρωτογενείς έρευνες.

Από το 1917 παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού των πεδινών οικισμών της περιοχής, κάτι που οφείλεται πρωτίστως στη σταδιακή διανομή στους ακτήμονες γεωργούς γαιών που ήταν πριν τουρκικά τσιφλίκια, στον εκσυγχρονισμό των καλλιεργητικών μεθόδων, στη καταπολέμηση της ελονοσίας και στην εκδίωξη των μουσουλμάνων.

Γι' αυτούς τους λόγους, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, παρατηρείται την εποχή αυτή «μία ριζική αντιστροφή της παλαιότερης κατανομής του πληθυσμού, ευνοώντας τη συσσώρευσή του σε πεδινούς οικισμούς της Φιλιππιάδας που προσφέρονταν περισσότερο στη γεωργική εκμετάλλευση».

Εξαιρετική είναι και η ανάλυση των δημογραφικών μεταβολών που συνέβησαν στην περιοχής της Φιλιππιάδας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Από τις σχετικές με το ζήτημα αυτό σελίδες της μελέτης καταλαβαίνει κανείς ποιες ήταν οι δημογραφικές -άρα και οι οικονομικές- συνέπειες του σημαντικότερου ίσως γεγονότος για τον Ελληνισμό κατά τον 20ό αιώνα στην εξεταζόμενη περιοχή. Μ' άλλα λόγια, τη σχέση της μεγάλης, της εθνικής, ιστορίας με την μικροϊστορία ή, αλλιώς, με την τοπική ιστορία.

Συγκρίνοντας δε την απογραφή του 1920 μ' αυτήν του 1940 ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι ο πληθυσμός της Νέας Φιλιππιάδας παρουσίασε σημαντική μείωση, της τάξης του 24%, η οποία όμως υπερκαλύφθηκε από την αύξηση του πληθυσμού της Παλαιάς Φιλιππιάδας.

Στην απογραφή του 1951 ο δήμος Φιλιππιάδας παρουσιάζει μία σημαντική αύξηση του πληθυσμού κατά 50%, η οποία είναι πολύ πιο έντονη στην πόλη της Φιλιππιάδας (αύξηση 124,57%). Τούτο οφείλεται στο ότι καταφεύγουν σ' αυτήν πληθυσμοί από την ύπαιθρο για μεγαλύτερη ασφάλεια λόγω των εμφυλιοπολεμικών γεγονότων.

 Εν συνεχεία τονίζονται οι αρνητικές επιπτώσεις της εξωτερικής και της εσωτερικής μετανάστευσης για την περιοχή στα χρόνια 1955-1971 (κυρίως προς τη Γερμανία και την Αθήνα, αλλά και προς μεγάλες πόλεις της Ηπείρου, ιδίως προς τα Γιάννενα, την Πρέβεζα και την Άρτα) και επισημαίνονται με σαφήνεια οι αιτίες αυτού του φαινομένου, το οποίο έπληξε ιδίως την Ήπειρο: οικονομική ανέχεια, ανεργία, οικονομικές ανισότητες, αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής και άλλες.

 Το κεφάλαιο αυτό και όλη η μελέτη ολοκληρώνεται με καίριες παρατηρήσεις για την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα, οπότε σχηματίστηκε ο καποδιαστριακός δήμος Φιλιππιάδας. Μία περίοδο πληθυσμιακής ανάπτυξης, που ο κ. Κολιός πιθανολογεί ότι οφείλεται στη μείωση του μεταναστευτικού ρεύματος.

Τα συμπεράσματα με τα οποία ολοκληρώνεται η μελέτη δείχνουν ότι ο συγγραφέας έχει κατανοήσει καλά μέσα από ποιες διαδικασίες και υπό την επίδραση ποιων παραγόντων (γεωμορφολογικών, οικονομικών, πολιτικών και άλλων) εξελίχθηκε στη διάρκεια ενός αιώνα ο πληθυσμός της Φιλιππιάδας.

Ορισμένοι όμως παράγοντες, που επηρέαζαν σημαντικά τις μεταβολές των πληθυσμιακών μεγεθών, όπως η φτώχεια και η ανεργία, που οδήγησαν στο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα κυρίως στο δεύτερο μισό του 20ού αι. παραμένουν σε καιρούς τεταμένης και έντονης οικονομικής κρίσης της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αι. επίκαιροι για τις δημοτικές αρχές και τη διαμόρφωση της όποιας πολιτικής και στρατηγικής για το κοινωνικό γίγνεσθαι των κατοίκων και το μέλλον της Φιλιππιάδας.

Πρόκειται, λοιπόν, για μία σημαντική μελέτη και μία ουσιαστική συμβολή στην ιστορία της Φιλιππιάδας και, κατ' επέκταση, όλης της Ηπείρου.

 

Πληροφορίες: WWW.giannena-e.gr