Τι οδηγεί στο φασισμό;

[ Παναγιώτα Ψυχογιού / Κόσμος / 10.06.18 ]

Φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες προσπαθούν να εξηγήσουν το φασιστικό φαινόμενο. Γενική είναι η διαπίστωση ότι η αίσθηση ενότητας και η υποταγή του προσωπικού συμφέροντος σε έναν μεγαλύτερο σκοπό, δηλαδή μία ορισμένη ολοκληρωτική, λαϊκίστικη ιδεολογία, είναι το σημαντικό συστατικό της γοητείας των αυταρχικών συστημάτων και των φασιστών-ηγετών. Πιο συγκεκριμένα, ο ολοκληρωτισμός ασκεί γοητεία γιατί ικανοποιεί τρία βασικά ανθρώπινα ένστικτα: την ανάγκη για ικανοποίηση, την ανάγκη για δύναμη και την ανάγκη της ύπαρξης ενός σκοπού. Οι σημερινές περιστάσεις όπως η παγκόσμια οικονομική κρίση, η έξαρση των πολεμικών συγκρούσεων και η απουσία των κοινωνικών αξιών συνθέτουν τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να βυθιστεί ο κόσμος, σε ένα νέο ολοκληρωτισμό, έναν τρίτο Μεσαίωνα πολύ σκοτεινότερο και πιο περίπλοκο.

Ο Φρόιντ στην «Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ», έργο το οποίο δημοσιεύτηκε το 1921, ασχολείται με το ζήτημα της ψυχολογικής ανάλυσης της έννοιας της μάζας. Ο αρχηγός του πλήθους, γράφει, ενσαρκώνει τον πρωτόγονο πατέρα γιατί η μάζα διψά για υποταγή. Υποστήριξε επίσης ότι αυτοί που προσελκύονται από αυταρχικούς ηγέτες τους εξιδανικεύουν. Ο ηγέτης θεωρείται ως υποδειγματικός, ηρωικός άνθρωπος. Οι οπαδοί ταυτίζονται με τον ηγέτη αντικαθιστώντας τον με αυτό που ο Φρόιντ ονομάζει «ιδεώδες εγώ». Στο τελευταίο βιβλίο του Φρόιντ, µε τίτλο «O άνδρας Mωυσής και η µονοθεϊστική θρησκεία», συνδέονται η αυταρχική θρησκεία και η αυταρχική πολιτική ως δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. O φασισµός και ο φονταµενταλισµός -γράφει προφητικά- δεν θα εκλείψουν ούτε στους επερχόµενους αιώνες, διότι θα συνιστούν πάντα µια κατάσταση έκτακτης ανάγκης για όσους αισθάνονται ότι πλήττεται η επιβίωσή τους. Ο Φρόιντ είχε επίσης αναπτύξει στο «Μέλλον μιας Αυταπάτης» το ρόλο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού στην ικανοποίηση της ανάγκης για πατριαρχική καθοδήγηση. Εδώ η θρησκεία νοείται ως επανάληψη των παιδικών εμπειριών, καθώς ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τους φόβους του με τον ίδιο τρόπο όπως όταν ήταν παιδί, δηλαδή με την προσκόλληση σε έναν παντοδύναμο πατέρα.

Σε αυτό συμφωνεί ο Έριχ Φρομ με το έργο του «Ο Φόβος μπροστά στην Ελευθερία». Σ’ αυτό το βιβλίο δίνει την ερμηνεία της γένεσης του ναζισμού-φασισμού θεωρώντας ότι είναι ένα ψυχολογικό πρόβλημα που διαμορφώνεται μέσα από τις άθλιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει ένας λαός. Η προθυμία υποταγής στο ναζιστικό καθεστώς ισχυρίζεται ότι οφειλόταν σε μια κατάσταση εσωτερικής κόπωσης και μοιρολατρίας. Αυτός ο οποίος έλκεται από τη φασιστική ιδεολογία εκδηλώνει ισχυρές τάσεις εθνοκεντρισμού και η προσωπικότητά του έχει συνήθως τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: συμβατικός, κομφορμιστής, άκαμπτος, εγκλωβισμένος σε έναν στερεοτυπικό τρόπο σκέψης, προσκυνάει την ισχύ, την οργάνωση και την υπακοή, την πειθαρχία και την τιμωρία.

Οι ψυχολογικοί παράγοντες αυτοί καθαυτοί θα πρέπει ωστόσο να θεωρείται πως διαμορφώθηκαν από κοινωνικοοικονομικούς λόγους. Οι ολοκληρωτικές λύσεις, γράφει η Άρεντ, θα έρχονται στην επιφάνεια κάθε φορά που θα φαίνεται αδύνατο να αμβλυνθεί η πολιτική, κοινωνική ή οικονομική αθλιότητα με έναν τρόπο αντάξιο του ανθρώπου. Ο ναζισμός αποτελεί οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα, αλλά η εξάπλωσή του σ΄ έναν ολόκληρο λαό μπορεί να γίνει κατανοητή πάνω σε ψυχολογική βάση. Το άτομο το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής πάλης μη μπορώντας να χειραγωγήσει τον εαυτό του στρέφει την αρνητική ενέργεια προς τον εξωτερικό κόσμο, επιτίθεται και προσπαθεί να διαχειριστεί με αυτό τον τρόπο τον δικό του φόβο. Μεταβιβάζει στον απολυταρχικό ηγέτη την διανοητική και ψυχική του ανεπάρκεια ως “αγάπη” και τυφλή υπακοή. Παράλληλα η εμμονική προσκόλληση στην ιδέα της «καθαρότητας» αίματος ή φυλής ουσιαστικά φανερώνει την ύπαρξη ανεκπλήρωτων επιθυμιών και φαντασιώσεων επικράτησης.

Κατά την Άρεντ μία βασική διάσταση του ολοκληρωτισμού («Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού» (1951)) είναι εκτός από την τρομοκρατία, η καινοφανής προσπάθεια να καταστούν οι άνθρωποι τελείως περιττοί με την έννοια ότι  το καθεστώς δεν επιδιώκει οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης αποδοχής ή υποστήριξης. Πρόκειται για την  καταφυγή στην καντιανή έννοια του ριζικού κακού. Όρισε τον ολοκληρωτισμό ως ριζική καταστολή της πολιτικής (της δυνατότητας, δηλαδή, των πολιτών να παρεμβαίνουν ελεύθερα στις δημόσιες υποθέσεις) και απόλυτη περιφρόνηση από μέρους της κρατικής εξουσίας των ατομικών δικαιωμάτων. Δεν ερμηνεύει τον ολοκληρωτισμό ως υπερβολή της πολιτικής, αλλά ως καταστροφή της. Θεωρεί ότι η πολιτική δεν εξαντλείται στην πλατωνικής καταγωγής ιδέα ότι «οι άνθρωποι μπορούννα συμβιώνουν νόμιμα και πολιτικά μόνο όταν ορισμένοι εξουσιοδοτούνται να διατάζουν και οι υπόλοιποι εξαναγκάζονται να υπακούουν» και ότι η δύναμη, τέλος, δεν συνιστά μια ιδιότητα ή κάτι που μπορεί να γίνει αντικείμενο κατοχής από έναν ή περισσότερους ανθρώπους, αλλά απορρέει από τη σύμπραξη μεταξύ τους, που εδράζεται στην προϋπόθεση της ισότητας.Την πολιτική την αντιλαμβάνεται πρωτίστως ως ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των πολιτών σε σχέση με τις δημόσιες υποθέσεις ενώ  εκφράζει τη συμπάθειά της προς τις διάφορες μορφές συμβουλίων και προς την άμεση δημοκρατία. Για την Άρεντ η δύναμη  αντιστοιχεί στην ικανότητα του ανθρώπου, όχι απλώς να πράττει, αλλά να πράττει από κοινού. Τα εγκλήματα του ολοκληρωτισμού θεωρεί ότι είναι τρομερά αλλά οι εγκληματίες κοινότοποι, ασήμαντα ανθρωπάκια, ανίκανα να σκεφτούν, καθώς η σκέψη συνεπάγεται  να μπορείς να έρχεσαι στη θέση του άλλου(«Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ»). Το πρόβλημα του διαχωρισμού ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος συνδέονται με την ικανότητά μας για σκέψη, τονίζει. Σύμφωνα με την Άρεντ, η κοινοτοπία του κακού μπορεί να γίνει αντιληπτή ως το αποτέλεσμα της μη σκέψης. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες του κακού.

Το κοινωνικό-ιστορικό πρόταγμα της συλλογικής και ατομικής αυτονομίας, όπως έγραφε ο Καστοριάδης, δεν έχει ριζώσει πραγματικά. Συνεπώς, αυτό που είναι απαραίτητο είναι περισσότερη παιδεία, περισσότερη μόρφωση και ανθρωπιά.