Τζο Μπάιντεν ή Ντόναλντ Τραμπ;

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Κόσμος / 03.11.20 ]

Στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα ψηφίσουν για τον ένοικο του Λευκού Οίκου. Τον Τραμπ ή τον Μπάιντεν. Αλλά δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί ψηφοφόροι που ενδιαφέρονται για τις εκλογές στην πλανητική υπερδύναμη. Πολλές χώρες, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία, μέχρι την Ουγγαρία, την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κίνα, το ενδιαφέρον είναι τεράστιο. Η Κίνα θα ήθελε να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται το αμερικανικό σκιάχτρο που ενσαρκώνει ο νυν πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ερντογάν επιθυμεί επίσης τον Τραμπ λόγω της προσωπικής σχέσης μαζί του. Αντίθετα, η Γερμανία θέλει τον Τζο Μπάιντεν. Ο καθένας ανάλογα με τα συμφέροντά του. Όμως, ισχύουν και τα παράδοξα, καθώς υπάρχουν και εκείνοι που ψηφίζουν υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ, στρεφόμενοι ενάντια στα πραγματικά συμφέροντά τους. Κι αυτοί είναι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι που ανήκουν στους «λευκούς της εργατικής τάξης»*. 

Σε μια αμερικανική πολιτεία, την πάμπτωχη και μολυσμένη από τις πετρελαιοκηλίδες Λουιζιάνα, η πλειοψηφία του πληθυσμού ψηφίζει τους Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους, αυτούς που είναι εχθρικοί στις κοινωνικές παροχές και την προστασία του περιβάλλοντος**. Γιατί συμβαίνει το παράδοξο αυτό; Γιατί το ισχυρότατο ποσοστό του 40% του εκλογικού σώματος των ΗΠΑ και μάλιστα οι «από κάτω», εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να ψηφίζουν Ντόναλντ Τραμπ;

Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Άρλι Χόστσιλντ η προοπτική ανόδου των «κάτω», η «μηχανή ονείρων» που συνιστούσε το όραμα της κοινωνικής ανόδου των Αμερικανών έχει εκλείψει σήμερα τελεσίδικα. Οι συνεχώς αυξανόμενες ανισότητες διαλύουν τις «μεσαίες» τάξεις που συμπιέζονται προς τα κάτω. Αντί όμως η ενίσχυση των «από κάτω» να δημιουργήσει κι ένα ισχυρό «πολιτικό Εμείς», συμβαίνει το αντίθετο. Οι θετικές διακρίσεις (affirmative action), που αφορούν προνόμια για το 10% των «μη λευκών» Αμερικανών, λειτουργούν αρνητικά για τους φτωχούς λευκούς, που αισθάνονται να αδικούνται και έτσι στρέφονται εναντίον των Μαύρων, καθιστάμενοι ρατσιστές μέσω μιας κατευθυνόμενης κεντρικής πολιτικής. Αυτό εκμεταλλεύτηκε ο Τραμπ για να προσελκύσει τους λευκούς εργαζόμενους και να απελευθερώσει τα ρατσιστικά τους στερεότυπα. Παρουσίασε ως «εχθρούς», όχι βέβαια το οικονομικό σύστημα που δημιουργεί τις τεράστιες ανισότητες, τσακίζοντας τη μεσαία τάξη και τους εργαζόμενους, αλλά τους Άλλους, τους Μαύρους, τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους ομοφυλόφιλους κ.ά. Αυτή η βαθειά κοινωνική διαίρεση ενισχύθηκε από την ακροδεξιά ρητορική του Τραμπ για τη δήθεν αλλοίωση της αμερικανικής ταυτότητας, αλλά και με το θετικό σύνθημα «να κάνουμε την Αμερική ξανά μεγάλη». Ως εάν για την παρακμή των ΗΠΑ να ευθύνονται οι Αφροαμερικανοί, οι Λατίνος, οι μετανάστες και οι ομοφυλόφιλοι! Τελικά, ο Τραμπ (έχοντας ως συμμάχους οικονομικά συμφέροντα αλλά κυρίως την προτεσταντική ακροδεξιά) ανέβασε την «ιδεολογική» θερμοκρασία της πολυεθνικής και πολυφυλετικής αμερικανικής κοινωνίας, δημιουργώντας συνθήκες τήξης και αποσύνθεσης. Γι’ αυτό ο Τζο Μπάιντεν παρά το γεγονός ότι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο ως προσωπικότητα, θεωρείται από το σύστημα χρήσιμος. Ο Μπάιντεν θα προσπαθήσει «…πολιτισμικά να ‘ρίξει’ τη θερμοκρασία. Χρειάζεται μια ειλικρινής προσπάθεια για να επουλωθεί η βαθιά διαίρεση του κοινωνικού συνόλου», λέει ο Τζορτζ Στεφανόπουλος στη συνέντευξή του στην «Καθημερινή»(25/10/2020).

Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μετά τον Τζορτζ Μπους Τζούνιορ χρειάστηκε ο Μπαράκ Ομπάμα και μετά τον Ντόναλντ Τραμπ χρειάζεται ο Τζο Μπάιντεν. Κρίσιμη παράμετρος για τον Τραμπ θεωρείται η λανθασμένη διαχείριση εκ μέρους του της πανδημίας. Όμως η πανδημία, όπως γνωρίζουμε, «ωφέλησε» τον Ζαΐχ Μπολσονάρου στη Βραζιλία, όπως και άλλους ακροδεξιούς που χρησιμοποιούν την ίδια ρητορική με τον Τραμπ. Τι συνέβη στις ΗΠΑ; Απλά, οι Δημοκρατικοί αντίπαλοι του τωρινού προέδρου, με αιχμή του δόρατος σχεδόν το σύνολο των συστημικών ΜΜΕ, εκμεταλλεύτηκαν επικοινωνιακά πιο αποτελεσματικά την υγειονομική κρίση σε βάρος του.

Γενικά, η σημερινή κρίση των ΗΠΑ μοιάζει να συνδέεται με τον χαρακτήρα ενός φαντασιακού έθνους που αιωρείται μεταξύ του πολυπολιτιστικού του πόλου και του πόλου της έκφρασης μιας ενιαίας και μονοσήμαντης εθνικής ταυτότητας. Αυτή η κρίση δεν ήταν ποτέ μοιραία αφού ήταν πάντα διαχειρίσιμη από τα «πάνω». Στη διαχείριση αυτή σημαντικό ρόλο έπαιζε η «μηχανή ονείρων» της κοινωνικής ανόδου, η οποία, όμως σήμερα, έχει πάψει πια να λειτουργεί. Με τι θα αντικατασταθεί; Οι Αριστεροί νέο-πραγματιστές, όπως ο Ρ. Ρόρτυ, αναζητούν εδώ και χρόνια μια «νέα εμπνέουσα αξία» που θα αναζωογονήσει τον αμερικανικό πατριωτισμό και θα συνέξει και πάλι την αμερικάνικη κοινωνία συνολικά***. Αυτή την «εμπνέουσα αξία» τελικά την πρόσφερε ο Τραμπ με έναν αμιγώς ακροδεξιό "πατριωτισμό", προκαλώντας έναν «κοινωνικό εμφύλιο»! Ο Τζο Μπάιντεν, ο Σάντερς και ο Ομπάμα τι άραγε θα προσφέρουν; Πώς θα κατεβάσουν την «κοινωνική θερμοκρασία»; Το ερώτημα μένει να απαντηθεί. Η παρακμή και η «αποσυσσωμάτωση», πάντως, δεν είναι η μόνη ιδιαιτερότητα των ΗΠΑ, είναι και η ανασυσσωμάτωση, η ανασύνθεση, ο συνδυασμός. Με άλλα λόγια, ό,τι απειλεί, διαλύεται και ξαναγίνεται με τρόπο που θα το καθιστά ακίνδυνο ή ωφέλιμο για τα συμφέροντα των «πάνω». Εδώ εξακολουθεί να ισχύει η άποψη του Μαρξ (Ιρλανδικό ζήτημα) ότι το στόμα των «κάτω» των ηγεμονικών καπιταλιστικών χωρών «βουλώνει» με κομμάτια ψωμιού από την εκμετάλλευση των «άλλων», των «κάτω» των εξαρτημένων χωρών! Γι' αυτό τα σκελετωμένα παιδιά της Αφρικής και της Ασίας θα συνεχίσουν να μας εγκαλούν...

*Η Καθημερινή, συνέντευξη Τζορτζ Στεφανόπουλου, 25/10/2020

**www.monde-diplomatique.fr/2018/08/HOCHSCHILD/58963

***Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου, Homo Americanus, εκδόσεις Καστανιώτη, 2008