Η τεχνολογική περίφραξη του μέλλοντος

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 18.05.20 ]

Οι τεχνολογίες της «κοινωνίας των πληροφοριών» τείνουν σύμφωνα με τους θεωρητικούς της να υπερκεράσουν τα όρια του χρόνου, να δημιουργήσουν τον «άχρονο χρόνο», το στιγμιαίο πραγματικό χρόνο της δικτυακής κοινωνίας, εντέλει να πραγματοποιήσουν τη ύψιστη φαντασίωση της καπιταλιστικής κοινωνίας που είναι αποικισμός του μέλλοντος, δηλαδή του πιθανού. Οι νέες τεχνολογίες ως νέα μέσα παραγωγής παρέχουν τη δυνατότητα σ’ αυτούς που τα κατέχουν να απαλλαγούν από την ανθρώπινη εργασία, να «απελευθερωθούν από την ανάγκη της εργασίας». Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και για τους εργαζόμενους, στους οποίους παρέχεται η δυνατότητα να απαλλαγούν από το άχθος της εργασίας. Το ποια πλευρά θα επικρατήσει εξαρτάται από την έκβαση της πολιτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης μεταξύ των «πάνω» και των «κάτω». Και αυτή η σύγκρουση έχει περιεχόμενο, μία «τεχνοπολιτισμική ατζέντα», περιλαμβάνουσα είτε τις αξίες των «πάνω» (ατομικότητα, κέρδος, κράτος Λεβιάθαν, χομπσιανή κοινωνία, επιβολή δηλαδή του ισχυρότερου και πρωτίστως την δήθεν ουδετερότητα των νέων τεχνολογιών) ή των «κάτω» (συλλογικότητα, αλληλοβοήθεια, ελεύθερος χρόνος, ισονομία, κοινωνική δικαιοσύνη κ.ά.).    

 Η προσπάθεια των «πάνω» να επιβάλλουν το δικό τους περιεχόμενο γίνεται με το πρόσχημα ότι οι τεχνολογίες είναι κοινωνικά ουδέτερες και ότι η κοινωνική μεταβολή καθορίζεται από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Ο οπτιμιστικός δημαγωγικός λόγος που προβάλλει τις νέες τεχνολογίες ως πανάκεια δια πάσαν νόσον της κοινωνίας, αλλά και τη δήθεν προώθηση της συμμετοχικής πολιτικής, την υλική άνεση, την αναβάθμιση της παιδείας, την ανανεωμένη κοινότητα και τόσα άλλα προπαγανδιστικά εμπεριέχουν ταξική μεροληψία. Αντίθετα, οι τεχνολογίες οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως φορείς, ως μέσα που διαρθρώνουν τις κοινωνικές σχέσεις και κατά συνέπεια τις σχέσεις εξουσίας. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν ευθύνεται π.χ. η τηλεόραση για το περιεχόμενό της, αλλά οι ιδιοκτήτες της που την χρησιμοποιούν με αυτόν ή τον άλλο τρόπο. Το ίδιο ισχύει και με τις εργασιακές σχέσεις. Επί παραδείγματι, νομικός σύμβουλος μεγάλου καναλιού ανέφερε προ μηνών σε τριμερή του υπουργείου Εργασίας ότι ο δημοσιογράφος μπορεί να κρατάει και κάμερα, αφού η νέα τεχνολογία το επιτρέπει. Άρα ο κάμεραμαν είναι «άχρηστος» και συνεπώς μπορεί να τεθεί εκποδών, δηλαδή σε ανεργία!

Η  προσέγγιση κατά συνέπεια των νέων τεχνολογιών δεν μπορεί παρά να έχει πολιτικο-οικονομικό και ταξικό προσανατολισμό, καθώς εμπεριέχει την εκμετάλλευση των κοινωνικών και των ανθρώπινων σχέσεων αλλά, κυρίως, ενέχει την απογείωση της λεγόμενης «επανάστασης του ελέγχου». Η κοινωνία των πληροφοριών σε συνδυασμό με το επιστημονικό μάνατζμεντ οδηγεί αφ’ ενός στον κοινωνικό προγραμματισμό και τον έλεγχο και αφ’ ετέρου στην αύξηση της επιτήρησης μέσω των τομέων της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Επιπροσθέτως, υποστηρίζεται ότι «η στρατιωτική αρχή "της προσταγής και του ελέγχου" αποτελεί το σημείο καμπής για της εξελίξεις της "κοινωνίας της πληροφορίας" και είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ευρύτερη αναζήτηση για τάξη και έλεγχο εντός (σ.σ. στο εσωτερικό μιας χώρας) και διαμέσου (σ.σ. και επί) των κρατών».

«Στην τεχνολογική "ενδυνάμωση" αντιπαραθέτουμε την πολιτική ελευθερία» γράφουν οι Ρόμπινς και Ουέμπστερ στη μελέτη τους «Η εποχή του τεχνοπολιτισμού»(εκδόσεις Καστανιώτη). Γιατί αυτό που θεωρείται κρίσιμο είναι από τη μία πλευρά η δυναμική της λογικής του ελέγχου που βρίσκεται στον πυρήνα του καπιταλιστικού προτάγματος και από την άλλη πλευρά το συμπέρασμα ότι η λογική αυτή πέτυχε να εξαλείψει την άλλη κύρια σημασία της νεωτερικότητας, αυτή στην οποία αναφέρεται ο Καστοριάδης όταν μιλά για «τη σημασία της ατομικής αυτονομίας, της ελευθερίας, της αναζήτησης μορφών συλλογικής ελευθερίας που να ανταποκρίνονται στο δημοκρατικό, απελευθερωτικό, επαναστατικό πρόταγμα». Είναι με άλλα λόγια το «κριτικό, στοχαστικό, δημοκρατικό άτομο» που είναι στις μέρες μας καθηλωμένο από τη «δυναμική ηγεμονία της οπτικής του ελέγχου» μέσω των νέων τεχνολογιών. Το ίδιο το μέλλον πλέον ελέγχεται και είναι απλώς η επέκταση του παρόντος.

Και χωρίς το άγνωστο είναι αδιανόητη η αλλαγή, η αυτονομία και η ανθρώπινη δημιουργικότητα. Γιατί η δημιουργία, σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη είναι «να κάνεις να ξεπροβάλλει κάτι που δεν είναι δοσμένο, ούτε ικανό να παραχθεί, συνδυαστικά ή αλλιώς, μέσα από το δεδομένο». Χωρίς την ετερότητα, συνεπώς, του άγνωστου μέλλοντος και με την τεχνολογική «περίφραξή» του που εξαλείφει τον ελεύθερο χρόνο ως πηγή της δημιουργικής αταξίας της ριζοσπαστικής φαντασίας, το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι το τέλος του νοήματος και η αδιάλειπτη επέκταση του παρόντος.