Τα τελευταία μου κάλαντα

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 23.12.18 ]

Τα τελευταία μου χριστουγεννιάτικα κάλαντα δεν μπόρεσα να τα πω. Μάταια περίμεναν πρωί πρωί οι φίλοι μου στην πλατεία. Ένας ψιλός πυρετός και μια λύπη έκαιγαν όλη νύχτα το μυαλό μου. Δεν ξέρω πώς και γιατί αλλά μου βγήκανε μετά κακίες. Ευχόμουν να τους ταράξουν οι γριές στα αβγά, να βρίσκουν παντού κλειστές πόρτες ή να τους ορμήξουνε σκυλιά και να τους φάνε. Νωρίς το μεσημέρι εμφανίζονται στο σπίτι μας για να μου αφήνουν μερίδιο από τα κερδισμένα. Έμεινα με τις ενοχές και με το παράπονο. Χριστουγεννιάτικα κάλαντα δεν θα ξανάλεγα ποτέ. Πρώτη γυμνασίου την επόμενη χρονιά, κρέμασα οριστικά τα τριγωνάκια μου. Σαν να φτώχυνε απότομα το πνεύμα των γιορτών. Ήρθαν σιγά σιγά και οι καλοκαιρίες. Όσα μας έλεγαν για τα χιόνια στο καμπαναριό αποδείχτηκαν χοντρά ψέματα. Τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και τα πολυκαταστήματα θα ήταν στο εξής η μόνη αλήθεια των δικών μου Χριστουγέννων. Κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς νιώθω την ανάγκη να ξεκρεμάσω τα σκουριασμένα τριγωνάκια μου. Σκέφτομαι λοιπόν κάθε φορά που θα εμφανίζονται στο σπίτι μου πιτσιρικάδες για τα κάλαντα, να αρχίζω κι εγώ μαζί τους τα ντρίνκγι, ντρινγκι, ντρίνγκι. Περίεργη ασφαλώς εικόνα, να στεκόμαστε αντικριστά με μια ανοιχτή πόρτα ανάμεσα και να λέει ο ένας στον άλλον τα κάλαντα, αλλά δεν βρίσκω άλλη λύση.