Τα πολλά «μήπως»

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 21.12.18 ]

Σε φαντάζομαι ανάμεσα στα άλλα σώματα. Να σκαρφαλώνεις με δυσκολία τον λάκκο. Να σέρνεις το ποδάρι σου στους δρόμους. Να ανοίγεις προσεκτικά την ξώπορτα της αυλής σου. Να μένεις αναίσθητος για δέκα μέρες στο σπίτι σου. Να ξαναβγαίνεις με σκυμμένο το κεφάλι αλλά ζωντανός στον κόσμο. Όμως για όλα όσα ακολούθησαν από κει και πέρα, δεν χρειάζεται να φαντάζομαι τίποτα. Σε θυμάμαι άλλωστε καθαρά, ρε Φώτη, στα τέλη του 70 και στις αρχές του 80. Λέω για κείνη την παρατημένη καλύβα, πίσω από το τωρινό ανοιχτό θέατρο. Όπου συνομιλούσες με τα σπουργίτια, σώπαινες με τους ανθρώπους και φιλοξενούσες τα αδέσποτα της πόλης. Εσύ που ποτέ δεν σκοτώθηκες στην εκτέλεση των Γιαννιτσών, αλλά έλαχες τον κλήρο του εσαεί εκτελεσμένου. Εσύ το εκατοστό εικοστό πρώτο θύμα μιας εκτέλεσης, που, σύμφωνα με τη μαρμάρινη πλάκα του μνημείου, έμεινε στους εκατόν είκοσι εκτελεσμένους. Αλλά πες μου σε παρακαλώ, τι το τόσο τρομαχτικό συνέβη σε κείνον τον λάκκο που σάλεψε τα λογικά σου; Μήπως ήταν τα ούρα του ταγματασφαλίτη που σε ξύπνησαν καταπλακωμένο από τους άλλους νεκρούς; Μήπως ήταν το άδειο βλέμμα του γείτονά σου του Γρηγόρη, όταν πατούσες στην κεφαλή του για να βγεις από το σκάμμα του θανάτου; Ή μήπως ήταν ο θρήνος της μάνας σου όταν την άκουσες από το διπλανό δωμάτιο να σε μοιρολογάει για νεκρό; Σταματώ. Δεν θέλω, δεν αντέχω άλλα «μήπως». Τρελαίνομαι, ρε Φώτη, και που τα σκέφτομαι.