Τα παιδικά παραμύθια

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 19.12.18 ]

Απ’ τα χαράματα τους βλέπαμε να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στους θάμνους και στα πουρνάρια, σαν να ’τανε στρατός κατοχής. Κάθε φορά στα τέλη Αυγούστου μπουμπούνιζε ο τόπος. Κάτι δημόσιοι υπάλληλοι απ’ τις γειτονικές πόλεις ή τίποτα αργόσχολοι απ’ τα  άλλα τα χωριά, με στολές παραλλαγής, γουόκι τόκι, σκυλιά, τζιπ και δίκαννα υπό μάλης. Πού και πού αντιγυρίζαμε καμιά καλημέρα, αλλά τις πιο πολλές φορές πέφταμε με τα μούτρα στον καπνό κάνοντας ότι δεν τους βλέπουμε. Θυμάμαι την αγωνία μιας τραυματισμένης αλεπούς, που την είχανε κυκλώσει τα σκυλιά και τη δάγκωναν στην ουρά και στα πόδια, ενώ ο κυνηγός στεκόταν παραδίπλα με αναμμένο τσιγάρο και κοιτούσε. Με το που απομακρύνθηκαν, άφησα τη δουλειά μου και πήγα από κοντά για να δω. Το ’χανε κατασπαράξει το ζωντανό, αίματα και αφροί τρέχανε από το στόμα του, αλλά ρουθούνιζε ακόμη. Βρήκα μια μεγάλη πέτρα, στάθηκα πάνω από το κεφάλι του και την έριξα με δύναμη για να τελειώσει. Το ζώο έπαψε να κινείται, εμένα με πήρανε τα κλάματα, από τότε ξεμπέρδεψα οριστικά με τα παιδικά παραμύθια για τις πονηρές τις αλεπούδες, ένα ακόμη καλοκαίρι τελείωνε, ένα ακόμη φθινόπωρο αρχινούσε. Του 78 ήταν; Του 79; Του 80; Δεν νομίζω ότι έχει πια καμία σημασία.