Τα λέγκο μου

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 24.08.19 ]

Κάποια δικά μου Σαββατόβραδα τρώνε άσπρα πασατέμπο, μαλλί της γριάς και γλυκό βανίλια. Νωρίς το απόγευμα παίζουνε με τους φίλους τους μπαλάκια, πετάνε κρίκους σε μπουκάλια και σημαδεύουν στόχους με το αεροβόλο στο λούνα παρκ, μετά κάνουν με το ποδήλατο ένα γρήγορο πέρασμα από την πλατεία του χωριού που είναι μαζεμένα όλα τα κορίτσια και στο τέλος φοράνε τις πιτζάμες τους, πίνουν γάλα κακάο, πλένουνε τα δόντια και ξαπλώνουν στο κρεβάτι για να δουν ελληνική ταινία με τον Βέγγο, τον Γκιωνάκη ή τη Βασιλειάδου. Σε δέκα το πολύ λεπτά θα αρχίσουν να τρίβουνε τα μάτια τους και αμέσως θα νιώσουνε τα βλέφαρά τους να βαραίνουν και τη σκέψη τους να ξεμακραίνει, για να παραδοθούν στο τέλος με ανοιχτό στόμα και ελαφριά αναπνοή στα πιο όμορφα όνειρά τους.

Κάποια δικά μου Σαββατόβραδα ονειρεύονται τους ήρωες των παιδικών τους χρόνων. Ότι ανταγωνίζονται τον Καρνέισον για να βγάλουνε τη Λόλα από τη φωτιά ή ότι δοκιμάζουνε από το σπανάκι του Ποπάι για να τσαμπουκαλευτούν με τους νταήδες του σχολείου ή ότι ετοιμάζουν ενέδρα μαζί με τον λοχία Σόντερς σε μια στρατιά Γερμαναράδων ή ότι υπερασπίζονται τον ινδιάνικο καταυλισμό των Σιου ενάντια στους λευκούς κατακτητές της άγριας δύσης. Και λίγο πριν απ’ τα μεσάνυχτα, τινάζονται απότομα από το κρεβάτι, πηγαίνουνε για τσίσα τους στην τουαλέτα κουτουλώντας στον διάδρομο και γρήγορα γρήγορα επιστρέφουν στο δωμάτιο για να κρυφτούν μες στα ζεστά παπλώματα από τον  φόβο της Κυριακής που πλησιάζει.

Κάποια δικά μου Σαββατόβραδα αρνούνται πεισματικά να γίνουν Κυριακή. Γιατί έχουν να πάνε εκκλησία το πρωί και να ντυθούνε παπαδάκια, μετά να σκουπίσουν και να τακτοποιήσουν το δωμάτιό τους ή να βοηθήσουν τον μπαμπά τους στις δουλειές της αποθήκης, το μεσημέρι να φάνε ξανά κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο και νωρίς το απόγευμα να φορέσουνε τις ίδιες κυριακάτικες μελαγχολίες. Για μια Δευτέρα που έρχεται την άλλη μέρα βιαστική. Και έχουν πολλά διαβάσματα την Τρίτη. Κατηχητικό το απόγευμα της Τετάρτης. Διαγώνισμα στην ορθογραφία ή την αριθμητική την Πέμπτη. Και εκείνη την ανυπόφορη προσμονή του σαββατοκύριακου που δεν τους αφήνει σε ησυχία από τα πολύ ξημερώματα της Παρασκευής μέχρι νωρίς το μεσημέρι της ίδιας μέρας.

Διασώζω μπόλικα τέτοια σαββατόβραδα, ειδικά στις πιο σαββατιάτικες γραφές μου. Όταν όλος ο κόσμος διασκεδάζει αποδώ και αποκεί, ενώ εγώ βρίσκω και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου μπρος την οθόνη του υπολογιστή, κυκλωμένο από την έγνοια των πιο ενοχλητικών Κυριακών που συνεχίζουν ερήμην μου να ξημερώνουν. Με τις ίδιες μελαγχολίες μιας Δευτέρας και μιας Τρίτης και μιας Τετάρτης και μιας Πέμπτης και μιας Παρασκευής – συν την ενήλικη συνείδηση του ξοδεμένου χρόνου και της άδειας καθημερινότητας. Και είναι ακριβώς εκείνες οι ώρες που μη έχοντας τι άλλο να κάνω, κάθομαι και αραδιάζω στην οθόνη του υπολογιστή λέξεις και φράσεις σαν να ήταν παιδικά λέγκο, τις ταιριάζω σε προτάσεις, σχηματίζω παραγράφους και τελειώνω μικρά διηγήματα σαν και αυτό εδώ, με την φρούδα ελπίδα ότι θα μπορέσω κάποτε επιτέλους να στεγάσω σε ένα κείμενο το σπίτι των παιδικών μου χρόνων μαζί με όλες τις σχετικές αναμνήσεις, αυταπάτες και μυθολογίες.