Τα αγάλματα του θείου μου

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 12.03.18 ]

Είκοσι τέσσερα χρόνια πριν από τη συγγραφή του ποιήματος πώς θα ’ταν δυνατό να προμαντέψει τι θα ’γραφε ο Ρίτσος στον Τόπο μας. Αλλά και προφητικές ικανότητες να είχε, είμαι απολύτως βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να διαβάσει τον πιο κρίσιμο στίχο. Αγράμματος άνθρωπος ο θείος μου, ούτε τον Ρίτσο γνώριζε ούτε ποιήματα διάβαζε, ήξερε μόνο να κουβαλάει εφόδια στους αντάρτες, να πήζει έξοχο τυρί από κατσικίσιο γάλα και να βάζει κάτι τεράστιους σταυρούς αντί για υπογραφές δίπλα στο όνομά του. Αλλά κάθε φορά που διδάσκω στη Β΄ Λυκείου αυτό το ποίημα του Ρίτσου, και δη τον τελευταίο στίχο με τα αγάλματα που βγαίνουνε προσεχτικά τις νύχτες κι ανεβαίνουνε στα δέντρα, δεν μπορώ παρά να ανακαλέσω τη μορφή του θείου μου. Τρεις εκτελεσμένους αντάρτες έβγαλε από το πηγάδι του σπιτιού του με τη διαφορά ότι αυτοί δεν πρόκοψαν ποτέ τους για να γίνουνε αγάλματα και ούτε κατάφεραν ακόμη να σκαρφαλώσουνε απάνω στα δέντρα. Μόνο αυτός, απ’ όσο τον θυμάμαι έχτισε ένα δεντρόσπιτο στην καρυδιά της αυλής, και με τον παραμικρό θόρυβο της νύχτας έτρεχε εκεί πάνω να κρυφτεί, ειδικά τις μέρες του Οχτώβρη. Λωλάθηκε εντελώς ο έρμος. Ας μου επιτραπεί, η παρέκκλιση: εικόνισμα τον έχω.