Στράτος Στασινός: Ήπειρος

[ ARTI news / Ήπειρος / 20.04.20 ]

Βρήκα την ταινία για την «Ήπειρο»(την ανάρτησε στο Fb ο Βασίλης Νιτσιάκος) που σκηνοθέτησε ο αξέχαστος Στράτος Στασινός, και είπα να την μοιραστώ μαζί σας, μνημονεύοντας και τιμώντας τον υπέροχο άνθρωπο και καλλιτέχνη. 

ΗΠΕΙΡΟΣ: Ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1998. Α' κρατικό βραβείο ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, βραβείο κοινού καλύτερης ελληνικής ταινίας.

Ο Στράτος Στασινός έκανε κινηματογραφικές ταινίες, ζωγραφική, αλλά και λογοτεχνία. Ένας εικονοποιός με εικόνες και λέξεις. Οι «Ιστορίες του άλλου» είναι το πρώτο του και δυστυχώς το τελευταίο λογοτεχνικό του εγχείρημα. Αλλά ποιος είναι ο «άλλος»; «Ο ΄άλλος΄ είναι ο άλλος μου εαυτός» σημειώνει στο οπισθόφυλλο ο ίδιος ο Στασινός. Ο εαυτός που «Κατά καιρούς μου έλεγε διάφορες ιστορίες, τις άκουγα αλλά δεν είχα διάθεση να τις καταγράψω. Κάποιες, όπως μου εξομολογήθηκε, τις άκουσε δεξιά-αριστερά, κάποιες τις επινόησε για να περάσει η ώρα του, κάποιες, εν μέρει, τις βίωσε και κάποιες ήρθαν αυθαίρετα στο νου του λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος».

Το πρώτο διήγημα: «Θεόφιλος Τ.», διαδραματίζεται στα Εξάρχεια. Εκεί, ο μπαρμπα-Μήτσος θα συναντήσει «τα μάτια του άλλου», στα μάτια ενός πρεζονιού, του εγγονού του. Μάτια, ίδια με τα μάτια του πατέρα του. Η συνάντηση δεν θα επισυμβεί, παρά τις δύο επαφές στο καφενείο «Φτελιά». Και τούτο γιατί η αμεσότητα της επαφής χάθηκε σ’ αυτή την άπολη πόλη. Τελικά, παππούς και εγγονός θα πεθάνουν την ίδια βραδιά σε απόσταση εξήντα μέτρων ο ένας από τον άλλο. Θα συναντηθούν έστω κι έτσι, στο θάνατο.

Στη δεύτερη ιστορία «Το σάλι της Κατερίνας». Το διήγημα έχει τη μεταφυσική διάσταση των βουνών της Ηπείρου. Αλλά μία διάσταση που απλώς είναι τόσο μεταφυσική όσο τα μετα-φυσικά του Αριστοτέλη. Ένας νεαρός θα συναντήσει την Κατερίνα που «έφυγε, δεν πάει μήνας που κατέβηκε στο ποτάμι και δεν ξαναγύρισε». Η κοπέλα θα ξεχάσει το σάλι της στο αυτοκίνητό του νεαρού και την ευχή «πρόσεχε το ποτάμι». Ένας μύθος ξόρκι για το «ποτάμι (τη φύση) θηρίο» που βρίσκεται σε αντιστοίχηση ή αντίστιξη με το «πενταθέσιο αγροτικό θηρίο», την τεχνολογία.

Η τρίτη ιστορία: «Στη Γάδα», δεν είναι παρά ένα όνειρο που εξελίσσεται μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, δείχνοντας τον παραλογισμό της θεσμισμένης ασφάλειας, που ζητάει εξηγήσεις για τις σημειώσεις του στρατσόχαρτου με τα κάστανα. Και συγχρόνως την αδυναμία κάποιου απέναντι σ’ αυτόν τον παραλογισμό που συνοψίζεται στην έκφραση «άντε ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας».

Η τέταρτη ιστορία είναι εκπληκτική. Τα «Χέρια ορφανά» αναφέρονται σ’ έναν υποδηματοποιό που η δουλειά του έχει πλέον ξεπεραστεί από την τεχνολογία. Αλλά να που του λαχαίνει η τελευταία του ευκαιρία να δημιουργήσει κάτι εντυπωσιακό. Ο Γκόρας ο ληστής του ζητάει να φτιάξει εξ αρχής το δεξί του άρβυλο. Όλη η μαεστρία του επενδύθηκε στη κατασκευή του τεράστιου άρβυλου. Αλλά όταν πήγε να παραδώσει το παπούτσι στον Γκόρα εκείνος ήταν κρεμασμένος.

Η τύχη ή η μοίρα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο και στην πέμπτη ιστορία, το «πολλαπλό τζακ ποτ». Εδώ ένα φτωχό ζευγάρι θα παίξει τζακ ποτ που οι αριθμοί θα αντιστοιχούν στο τυχερό δελτίο όχι της Ελλάδας αλλά της Γερμανίας. «Και σου το ’λεγα, τότε που ήρθε η πρόσκληση από τον ξάδερφο, να πάμε μετανάστες στη Γερμανία, μπορεί τώρα εμείς…» λέει η γυναίκα στον άντρα της.

Στην έκτη ιστορία «Η ψυχή του ζώου», ένα χαρισματικό πουλάρι (έντονος ο ανθρωπομορφισμός) προτιμάει το πέταγμα στην άβυσσο του φαραγγιού από τη σκλαβιά(«σαν άνθρωπος ήταν…»). Κι εδώ υπάρχει η τύχη, που εντέλει διαπερνά σαν κόκκινη κλωστή όλα τα διηγήματα. Εν προκειμένω, η τύχη είναι στα χέρια μας, για την ακρίβεια στα χέρια του Μήτσου, του κατόχου του φοβερού πουλαριού που όμως το πουλάει. Γιατί; Γιατί «η φανερή τύχη μπορεί να είναι μια παγίδα και να δημιουργεί ελπίδες για καλύτερο μέλλον αλλά να μην είναι στο χέρι μας να την διαχειριστούμε».

Στην έβδομη ιστορία «Το κόκκινο της ζωής», ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες, ή το «κόκκινο» του έρωτα θα επισυμβεί ως τέχνασμα μιας ερωτευμένης γυναίκας που θα ξυπνήσει έναν άντρα που δεν «βλέπει». Εδώ η τύχη δημιουργείται με θηλυκό τρόπο.

Αντίθετα, στο «Βλέμμα της πέστροφας», η τύχη του ανθρώπου παύει να έχει σχέση με τη ζωή αλλά με το θάνατο. Ποια είναι η «τύχη της φθαρτής ύπαρξής μας μετά το θάνατο»; Η ζωή μας αλλάζει μορφή; Το Εν γίνεται Παν όπως έλεγαν οι αρχαίοι; Ή μήπως τίποτε; Ή μήπως ο άνθρωπος μετενσαρκώνεται σε ζώο, όπως σε μία πέστροφα.

Μετά το δύο «Ντάνχιλ» του Πολυτεχνείου και τέλος, η απάρνηση των φλουριών για χάρη μιας «κοντούλας» αχλαδιάς. Για να δειχθεί αυτό που έλεγε και ο Καζαντζάκης για τα ζώα και τα φυτά, πως αυτά ήμασταν κι αυτά θα γίνουμε. Αλλά κι αυτό που έλεγε ο Σαραμάγκου.          

«Λένε», γράφει ο Σαραμάγκου, «πως μισεί κανείς τον άλλο μόνο όταν μισεί τον εαυτό του, το χειρότερο όμως απ’ όλα τα μίση είναι αυτό που βαραίνει όταν δεν μπορείς ν’ αντέξεις την ομοιότητα του άλλου, κι ίσως να είναι ακόμη χειρότερα όταν  ομοιότητα αυτή κάποια στιγμή γίνει απόλυτη». Ο άλλος δεν αναγνωρίζεται παρά ως το αντίγραφο, μια απλή μίμηση της φύσης! Τελικά, η ανθρώπινη περιπέτεια της αναζήτησης νοήματος και του άλλου μας εαυτού οδηγεί σε μια επιγραφή που γράφει: «Άβυσσος»…