Σκέψεις για το Ξενία της Άρτας

[ ARTI news / Ήπειρος / 30.01.16 ]

Των Καλιακάτσου Βασιλικής - Μπουλουγούρα Κατερίνας - Τσώλη Μαρίας

αρχιτεκτόνων μηχανικών  ΕΜΠ

Σκέψεις για το πέρασμα από την αποσπασματικότητα ή την απουσία σχεδιασμού στη συνέργεια

­                Το  παρόν κείμενο αναφέρεται στην κατεύθυνση που θα μπορούσε να πάρει η διαχείριση του κτηρίου του Ξενία της Άρτας με αφορμή την πρόσφατη επαναφορά στο δημόσιο διάλογο του ζητήματος και την επικείμενη λήψη αποφάσεων που θα καθορίσουν τη χρηματοδότηση και τον χαρακτήρα του εν λόγω κτηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο έχει βέβαια τοποθετηθεί, παρόλα αυτά το θέμα δε θεωρείται λήξαν πριν τις τελικές εγκρίσεις από το αρμόδιο όργανο του υπουργείου.

Μεταστροφή του ερωτήματος

Το κτήριο βρίσκεται εντός των τειχών του μεσαιωνικού κάστρου του 13ου αιώνα, η μεγαλύτερη έκταση του οποίου καλύπτεται από πράσινο. Ο χώρος με εξαίρεση ένα μικρό τμήμα του (θεατράκι) παρέμενε εδώ και χρόνια κλειστός, με το κτήριο σε εγκατάλειψη ενώ η φύτευση εξελισσόταν ελεύθερα με σημειακές παρεμβάσεις από την αρχαιολογία, όπου δημιουργούνταν φθορά στα μνημεία.

Πλέον και έχοντας πια παραχωρηθεί στο δήμο η διαχείριση του Ξενία, η πόλη καθίσταται υπεύθυνη να αναλάβει την αξιοποίηση του. Το κρίσιμο εδώ είναι να αποσαφηνιστεί η σημασία του συγκεκριμένου χώρου αφενός και να τεθεί το όραμα για την εξέλιξη της πόλης στο μέλλον, μιας και - όπως θα επιχειρήσουμε να αποδείξουμε στη συνέχεια - η θέση, η κλίμακα και το ιστορικό φορτίο του κάστρου ανάγουν το συγκεκριμένο τόπο σε σημείο κλειδί για την διαμόρφωση της σύγχρονης ταυτότητας της πόλης. Το επίδικο της συζήτησης παρόλα αυτά στρέφεται γύρω από τη χρήση που θα δοθεί στο κτήριο και μόνο. Κρίνοντας την προσέγγιση αυτή αποσπασματική και κατ’ επέκταση ανεπαρκή στο να δώσει λύση, προκύπτει η ανάγκη να τεθεί το ζήτημα του ρόλου που καλείται να παραλάβει το Κάστρο συνολικά, μεταστρέφοντας το ερώτημα για τη χρήση του κτηρίου σε πρόβλημα τριών μεταβλητών : μνημείο – πράσινη ζώνη – κτήριο.

Σημασία της θέσης του Κάστρου

Ένα από τα σημαντικότερα και πιο καλοδιατηρημένα μνημεία της Άρτας, το Κάστρο, αντανακλά το αρχαίο, βυζαντινό και οθωμανικό παρελθόν της, επισφραγίζοντας τη σημασία της συγκεκριμένης θέσης διαχρονικά για την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή. Καταλαμβάνει μια έξαρση του εδάφους στο πεδινό τμήμα της πόλης, στο σημείο που το ποτάμι αναδιπλώνεται και αλλάζοντας κατεύθυνση αγκαλιάζει την πόλη. Σηματοδοτεί έτσι το όριο μεταξύ του αστικού ιστού και της παραποτάμιας ζώνης, προσφέροντας εποπτεία στον επισκέπτη του πλέον καθοριστικού φυσικού στοιχείου για την Άρτα και αποκαλύπτοντας την σχέση εγγύτητας που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή εύκολα από το εσωτερικό της πόλης και ιδιαίτερα της κάτω πόλης όπου βρίσκεται και το σημερινό κέντρο. Η διαμπερής κίνηση που μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω του Κάστρου, με το άνοιγμα της βόρειας πύλης, δίνει τη δυνατότητα να αποκατασταθεί η συνέχεια της κίνησης από το εσωτερικό της πόλης και επιτρέπει την ένταξη του σε ένα δίκτυο σημαντικών χώρων πολιτισμού ο κύριος άξονας των οποίων θα είχε ενδιαφέρον να ξεκινά και να καταλήγει στην παραποτάμια ζώνη. Ταυτόχρονα η πολύ μικρή απόσταση από το κέντρο (5-10’) εξασφαλίζει την άνετη πρόσβαση με τα πόδια, ποδήλατο ή καροτσάκι, χωρίς να απαιτείται χρήση αυτοκινήτου και επιτρέποντας την οργανική σύνδεση της όποιας χρήσης παραλάβει ο χώρος με την καρδιά της πόλης.

Η προνομιακή αυτή θέση, όπως προκύπτει ιστορικά και γεωγραφικά αποκτά και έντονα συμβολικό περιεχόμενο. Η ταυτόχρονη εγγύτητα στο κέντρο και η ταύτιση με το όριο , η ανύψωση του εδάφους και το σημείο καμπύλωσης της ροής του ποταμού, τα τείχη που αποκλείουν τη θέαση στο εσωτερικό ενώ το βλέμμα μπορεί από σημεία να διαγράψει την αντίθετη πορεία, η πρόσβαση μέσα από τη διαδικασία της σταδιακής ανόδου που παραπέμπει σε τελετουργία, το μόνο ανοιχτό θέατρο της πόλης που φιλοξενείται εδώ και το οποίο έχει συνδεθεί με τις ετήσιες πολιτιστικές εκδηλώσεις του καλοκαιριού ανάγουν το χώρο του Κάστρου σε αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της πόλης.

Ξενία

Η επιλογή του χώρου για την ανέγερση του Ξενία σε αυτή ακριβώς τη θέση δεν ήταν άλλωστε τυχαία. Μέρος  της νεότερης ιστορίας του τόπου και αξιόλογο δείγμα του ελληνικού μοντερνισμού, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Διονύση Ζήβα, πρόεδρο για χρόνια της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. Το κτήριο και η λειτουργία του συνδέονται με την πιο πρόσφατη μνήμη καθιστώντας σαφές ότι η πόλη προβάλει εδώ ότι θεωρεί κάθε φορά σημαντικό να προστατέψει ή να αναδείξει. Στην περίπτωση του Ξενία, για παράδειγμα,  δεν μιλάμε απλά για ένα ξενοδοχείο, αλλά για μια συνολική σε εθνικό επίπεδο προσπάθεια ανάδειξης της μικρής πόλης σε αστικό κέντρο μέσα από την προώθηση και εδραίωση του νέου σχετικά οικονομικού μοντέλου της εποχής που ήταν ο τουρισμός. Σαφώς και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν οι όροι της δεκαετίας του ’60 με το σήμερα ή επικαλούμενοι ένα προγενέστερο πλαίσιο λήψης αποφάσεων να δώσουμε εύκολες απαντήσεις για το τώρα.

Πράσινος θύλακας

Όσον αφορά στον ‘αόρατο’ συνήθως χώρο πρασίνου[1] η κλίμακά του είναι τέτοια που θα ήταν σημαντική αμέλεια η απόφαση μιας χρήσης για το Ξενία, χωρίς ένα ολοκληρωμένο σενάριο για την αξιοποίηση του περιβάλλοντος χώρου.

Διατρέχοντας τον αστικό ιστό της Άρτας συναντάμε ελάχιστους χώρους οργανωμένης φύτευσης, ενώ η έννοια του πάρκου εμφανίστηκε εδώ και μια δεκαπενταετία με την απόδοση στο κοινό ενός μέρους της παραποτάμιας ζώνης. Η πόλη θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένας συνεκτικός ιστός αρκετά συμπαγής με δύο μεγάλους ελεύθερους χώρους στα όρια της, τη ζώνη του ποταμού και το δάσος που σταδιακά αρχίζουν να δημιουργούν νοοτροπία πάρκου στο συλλογικό φαντασιακό. Τίθεται συνεπώς, το ερώτημα, αν το κάστρο που θα μπορούσε να προσομοιάσει σε έναν διευρυμένο αστικό κήπο, θα μπορούσε να ενταχθεί και με ποιους όρους στην εμπειρία της πόλης.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, η αντίστιξη με το πυκνοδομημένο κέντρο με ταυτόχρονα έκδηλη την αναφορά στο πολιτιστικό υπόβαθρο, καθιστά τον χώρο εντός των τειχών εν δυνάμει πεδίο υπαίθριων δράσεων σε συνέχεια της λειτουργίας της πόλης. Διαφοροποιείται έτσι αισθητά ο ρόλος του περίκλειστου αστικού πάρκου με το ρόλο του περιαστικού πρασίνου στο παραλίμνιο ή το δάσος, ενώ αντίστοιχα μπορούμε να φανταστούμε διαφορετικές δραστηριότητες να λαμβάνουν χώρα σε αυτόν. Με πυρήνα το κτήριο του ξενία το πάρκο θα μπορούσε να διαμορφωθεί σαν ένας δημόσιος κήπος ανοικτός για το σύνολο των πολιτών, λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαίτερες ανάγκες χρηστών όπως τα παιδιά, οι φοιτητές, οι ομάδες των πολιτών, οι ηλικιωμένοι, οι επισκέπτες ώστε να αποτελέσει ένα ζωντανό χώρο όπου πρωτοβουλίες των πολιτών να βρίσκουν χώρο έκφρασης.

Απόψεις - προβληματισμοί

                Αποδεικνύεται μέσα από την έως τώρα θεώρηση του χώρου η εξαιρετικά μεγάλη σημασία του για το κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Είναι επίσης προφανές ότι υπάρχει έντονη αλληλεπίδραση μεταξύ των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν την τριμερή αυτή ενότητα, με αποτέλεσμα η επιλογή για παράδειγμα μιας χρήσης που αποκλείει μέρος των πολιτών για το κτήριο να συγκρούεται με μια χρήση που αναφέρεται στο σύνολο των πολιτών για το πάρκο. Δεν υπονοείται εδώ η παντελής απουσία χρήσης, επιδιώκεται μόνο να αποσαφηνιστεί ότι η κάθε επιλογή αντανακλά και στη συγκρότηση των λοιπών οντοτήτων.

                Μπαίνοντας λοιπόν στον πειρασμό να καταθέσουμε κάποιες πρώτες σκέψεις, τασσόμαστε ξεκάθαρα υπέρ της ένταξης στο κτήριο λειτουργιών που να αφορούν το σύνολο των πολιτών και να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη πρόσβαση όλων στο πάρκο και τα τείχη. Οι λειτουργίες αυτές θεωρούμε ότι είναι σημαντικό να προκύψουν μέσα από διάλογο με τους μελλοντικούς χρήστες του χώρου, εργαστήρια, ερωτηματολόγια και εν γένει μεθόδους συμμετοχικού σχεδιασμού, στοχεύοντας στην εμπλοκή των πολιτών, μικρών και μεγάλων, στη διαμόρφωση ενός ζωντανού πολυχώρου στην καρδιά του μεσαιωνικού κάστρου.

Όσον αφορά στο ζήτημα του τουρισμού, υπάρχουν ενέργειες που πρέπει να προηγηθούν της απλής δημιουργίας ξενοδοχείων, όπως το άνοιγμα και η συμφιλίωση της πόλης με το ποτάμι ή η δημιουργία ενός δικτύου ενοποίησης χώρων πολιτισμού που αυτή τη στιγμή εκκρεμούν σαν θραύσματα μέσα στον ιστό, αδυνατώντας να αφηγηθούν την ιστορία τους.

Το ζήτημα εξάλλου,  δεν είναι η άνευ όρων προσέλκυση επισκεπτών και επίδειξη όσων ήδη υπάρχουν αλλά η παραγωγή του σύγχρονου πολιτισμού. Η εύρεση τρόπων ενίσχυσης της κοινωνικήςσυνοχής και η ύπαρξη δημιουργικών διεξόδων για τους κατοίκους που μένουν μόνιμα ή αυτούς που επιλέγουν να επιστρέψουν, μπορούν να συμβάλλουν στην εξωστρέφεια του κοινωνικού σώματος και την αύξηση της ποιότητας ζωής, χωρίς ιδιαίτερο κόστος. Σε βάθος χρόνου μια πόλη που επενδύει στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών της και που έχει επαρκώς κατανοήσει και προβάλει την ταυτότητα της μπορεί να αποκομίσει πολύ περισσότερα οφέλη, παρά θυσιάζοντας τα πλέον αξιόλογα μέλη της στο βωμό του γρήγορου κέρδους, το οποίο στην περίπτωση μας είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει ως τέτοιο. Η συζήτηση περί ταυτότητας έχει επίσης ενδιαφέρον να ανοίξει.

Δε θα αναφερθούμε εδώ εκτενώς σε μορφολογικά γνωρίσματα του κτίσματος όπως το μέγεθος των δωματίων και γενικότερες προδιαγραφές που δεν καλύπτουν τις σύγχρονες απαιτήσεις για ξενοδοχειακή μονάδα, ούτε στην έκταση των φθορών, μιας και δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία. Καταθέτουμε απλώς τη σκέψη ότι πριν απορρίψει κανείς μια χρηματοδότηση ΕΣΠΑ της τάξης του 1.500.000€ που θα δινόταν σε περίπτωση που το κτήριο πάρει πολιτιστική χρήση, θα έπρεπε τουλάχιστον να βασιστεί σε μια οικονομοτεχνική μελέτη ώστε να είναι προσδιορισμένο το κόστος της αποκατάστασης του κτηρίου, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί κατά πόσο είναι ρεαλιστική η συγκεκριμένη πρόταση.

Συμπερασματικά

Η παρούσα συγκυρία που διανύουμε και οι μεταβολές που αυτή συνεπάγεται, εισάγει νέα δεδομένα στον τρόπο θεώρησης της πόλης. Σε μια περίοδο σταδιακής αντιστροφής του βέλους της πληθυσμιακής κινητικότητας από τα μεγάλα αστικά κέντρα στα μικρότερα αλλά και ανάπτυξης υποδομών, οικονομικής ύφεσης και ανάγκης για συμμετοχή στο δυτικό πρότυπο ζωής, η μικρή πόλη μπορεί να αποδειχθεί ιδανικός τόπος να ζει κανείς ή να αφομοιωθεί σταδιακά από άλλες, μην μπορώντας να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.Είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στη φάση αυτή να αναλογιστούμε κατ’ αρχάς πώς φανταζόμαστε την εξέλιξη της και στη συνέχεια να διαλέξουμε τον τρόπο πραγμάτωσης του από κοινού οράματος. Πιθανότατα ο στόχος να εγγράφεται ήδη στη διαδικασία παραγωγής του και να είναι ακριβώς αυτό το ζητούμενο, η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων και η συνέργεια για τα κοινά.



[1] Η επιφάνεια του ξενία είναι 4.250τ.μ ενώ συνολικά το κάστρο έχει έκταση 33.350 σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα του ‘92, του ΕΟΤ  (ΦΕΚ 35/Α/23.02.2012) με αποτέλεσμα το 87% περίπου του εσωτερικού του φρουρίου να καλύπτεται από φύτευση.