«Ρομαντικός επίλογος» της αποκριάς

[ Κώστας Καναβούρης / Ελλάδα / 28.02.20 ]

   Τι μέρες κι αυτές! Από τη μία να απαγορεύεται η μεταμφίεση, εκείνη η λυτρωτική μεταμφίεση βέβαια, της αποκριάς που αποκαθηλώνει τα πάντα και, από την άλλη, να έχουν περισσέψει οι μάσκες. Όλων των ειδών. Οι μάσκες του φόβου μπροστά στην αρρώστια, που ήρθαν να αντικαταστήσουν τις άλλες μάσκες του άλλου φόβου: απέναντι στον ξένο. Τον κυνηγημένο ξένο για την ακρίβεια. Κι ο πανικός ήρθε από εκεί που έρχεται πάντα, καταρρίπτοντας τις μεταμφιεσμένες αγριότητες. Ο πανικός ήρθε από εκεί που δεν το περιμένεις. Περίσσεψαν λοιπόν οι μάσκες του φόβου που κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και δεν τον αναγνωρίζει. Περίσσεψαν κι άλλες μάσκες: της ολοένα αυξανόμενης κρατικής αγριότητας που ολοένα και με λιγότερη επιτυχία μεταμφιέζεται σε κανονικότητα μιας κατά φαντασίαν επικράτησης του νόμου και της τάξης. Με κουκουλοφόρο ειδικό φρουρό να τραβάει πιστόλι μέσα σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Με όντα των ΜΑΤ να είναι ντυμένοι άνθρωποι και να σκαρφαλώνουν στα κάγκελα σαν μαϊμούδες στον ζωολογικό κήπο, να σπάζουν κεφάλια κι αυτοκίνητα σε μια άγρια καρναβαλική επίδειξη «γλυκιάς συμμορίας».

Δεν είναι αποκριά αυτή. Είναι η πραγματικότητα που τόσο καιρό είχε μεταμφιεσθεί σε σωσίτριχο πατριωτισμό που όλα θα τα θεράπευε και σε παυσίλυπο παράδεισο της μεσαίας τάξης που όλα θα τα γαλήνευε, ότι πολύ είχαν ταραχθεί τα βεστιάρια με τις στολές των κλασσικών ρόλων εξουσίας.

Και τώρα; Κουρέλια οι απόκριες. Τα ράκη των ΜΑΤ αποχώρησαν από Λέσβο και Χίο θεόγυμνα. Καμιά στολή δεν έντυσε την ξετσιπωσιά της αγριότητας. Εντός Βουλής ένας Γεραπετρίτης της τελευταίας στιγμής, ντυμένος κι αυτός με τα ράκη μιας μεταμφιεσμένης σοβαρότητας να προσπαθεί να σώσει την Κυριακή των Απόκρεω αυτής της κυβέρνησης βγάζοντας πολύ γέλιο είναι η αλήθεια.

 Ο γαλάζιος "φρούραρχος" πάλι του Βορείου Αιγαίου, είναι στο κλίμα των ημερών: με μια κίνηση διονυσιασμού, δείχνει στον εξαφανισμένο Πρωθυπουργό πού ακριβώς τακτοποιεί τον σεβασμό του σ’ αυτόν, τον Πρωθιερέα της Καρναβαλικής παρέλασης της εξουσίας. Και ύστερα, σ’ ένα από τα πανάρχαια δρώμενα της αποκριάς, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τον χαρακτηρίζει γραφικό και επικίνδυνο. Ποιόν; Τον μέχρι πρότινος γαλάζιο πατριώτη.

Είδες όμως; Είναι άτιμο πράμα η αποκριά, όσο κι αν την απαγορεύεις. Αυτοί που θα ‘πνιγαν κόσμο ελαφρά τη καρδία στην θάλασσα, για να μην αλλοιωθεί η χώρα, πνίγηκαν μέσα σε μια μπανιέρα χλεύης. Αυτοί που ντύθηκαν δράκοι για να κάψουν με την ανάσα τους τούς κατατρεγμένους, ρεζιλεύτηκαν από την αφλογιστία αρλεκίνου των κραυγών τους. Μοιραίο ήταν να απαγορεύσουν τις καρναβαλικές εκδηλώσεις.

Οι εχθροί μπαχαλάκηδες έφυγαν. Οι φιλικοί… μπατσαλάκηδες είναι εδώ. Το πάρτυ άρχισε. Κι άντε να δούμε πως θα τελειώσει.

Να με συγχωρέσεις όμως. Εγώ δε θα πάρω μέρος. Τραβιέμαι με ένα ποίημα του Νίκου Καρούζου. Ξέρεις, τα ποιήματα με γλίτωσαν από τις μεταμφιέσεις κι αυτό είναι ένα ποίημα που διαβάζω κάθε φορά τούτες τις μέρες. Όχι για την αποκριά μα για την Καθαρά Δευτέρα. Για τα υπερυψούται βρε αδερφέ… «Ρομαντικός επίλογος» λέγεται αυτό το ποίημα και λέει ανάμεσα σε άλλα: «Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε/ παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων/ ή έστω μνημόσυνα./ Όταν δεν έχετε μαντέψει τη δύναμη/ που κάνει την αγάπη/ εφάμιλλη του θανάτου./ Όταν δεν αμολήσατε αϊτό την Καθαρή Δευτέρα/ χωρίς να τον βασανίζετε/ τραβώντας ολοένα το σπάγκο».

Εδώ είμαστε. Δεν ξέρω αν είμαστε πολλοί ή λίγοι. Εγώ τη μυρωδιά της σκιάς τους ακούω, σαν κεράκι μπροστά σ’ ένα επιτύμβιο «δακρύειν όσον θέμις». Εδώ τελειώνει η μεταμφίεση.

Εδώ, πάλι από την αρχή. Με το σώμα του επιχειρήματος γυμνό. Αυτό το ποίημα. Γιατί αυτό είμαστε όταν τελειώνουν όλες οι μεταμφιέσεις. Και οι δικές μας. Που γίνονται με τις καλύτερες των προσθέσεων, ακριβώς γιατί ξεχνάμε ότι τα άμφια είναι μια τελετουργική μετα-αμφίεση του λόγου ύπαρξης, μια τελετουργία αμυντική μπροστά στο πανηγυρικό καινούργιο. Το σκληρότατα γυμνό του εαυτού μας. Αυτή η ρήξη που φοβόμαστε. Αυτή η μάσκα του φόβου, αλλιώς.

Αλλά και πάλι λέει ο Νίκος Καρούζος στον «Ρομαντικό Επίλογο»: «Μη με διαβάζετε/ όταν/ έχετε/ δίκιο./ Μη με διαβάζετε όταν/ δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…»

Ώρα να πηγαίνουμε. Μη με διαβάζετε. Χαμένος κόπος. Υπάρχει πολύ δίκιο, παντού. Χαμένος ήχος. Έχετε δίκιο. Κι ο ήχος των ημερών είναι χάρτινος. Είναι ο ήχος από το χαρτί των χαρταετών που σκίζονται στα χέρια όλων των παιδιών σ’ όλες τις Καθαρές Δευτέρες όλου του κόσμου των τεράτων. Είναι ο ήχος από το χάρτινο έγκλημα με το οποίο ντύνουν τα παιδιά και τα στέλνουν στον πνιγμό. Δεν είναι χαρταετός, είναι πνιγμός. Ακόμα και με τα δάκρυά μας, πνιγμός είναι. Μουσκεύουν τους χαρταετούς των παιδιών και τους στέλνουν στην άβυσσο.

«Ώρα να πηγαίνω/ δεν έχω άλλο στήθος». Μήτε χαρταετό. Θα κλείσουμε τον πόνο στα συρματοπλέγματα. Και θα πνιγεί.