Π. Λάμπρη: Η μνήμη της γεύσης

[ Κώστας Τραχανάς / Ελλάδα / 14.07.15 ]

«Η μνήμη της γεύσης»-Αρχέγονων Ηπειρωτικών εδεσμάτων συναγωγή» Π. Λάμπρη, Εκδόσεις i-writer  2015, σελ. 220

 

Η ιστορία της μαγειρικής και της γεύσης είναι παλιά όσο και το προπατορικό αμάρτημα. Αν σκεφτεί κανείς ότι για μια μπουκιά φορτώθηκε η ανθρωπότητα το προπατορικό αμάρτημα, τότε καταλαβαίνει πως το φαγητό εκτός από καλό στομάχι έχει ανάγκη και ένα καλό  μυαλό. Αν το φαγητό συμβολίζει την υλική ζωή κι η σκέψη την πνευματική, η γλώσσα είναι που μεσολαβεί για να κρατηθεί το μέτρο. Με τη γλώσσα αναλύουμε τις γεύσεις, όπως ακριβώς με την γλώσσα αναλύουμε τις σκέψεις μας.

Η μαγειρική υπήρξε ανέκαθεν ένα εξαιρετικό σοβαρό δείγμα ένδειξης πολιτισμού.

Η Παναγιώτα Λάμπρη ζήλωσε τη δόξα των Δειπνοσοφιστών και έγραψε ένα βιβλίο με τις διατροφικές συνήθειες, της δεκαετίας του ‘50, στη Ροδαυγή Άρτας αλλά και στην Ήπειρο.

Δειπνοσοφιστές είναι ο τίτλος μιας σειράς 15 βιβλίων που έγραψε ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης στη Ρώμη, στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα. Τα βιβλία του, που είναι γραμμένα με τη μορφή συζητήσεων μεταξύ 29 προσκαλεσμένων στο σπίτι του άρχοντα Λαρένσιου, ενός πλούσιου συλλέκτη βιβλίων, λάτρη των τεχνών και φυσικά και των εδεσμάτων. Ένα από τα κύρια θέματα των συζητήσεών τους ήταν  και η μαγειρική, αφού μέσα στα βιβλία των Δειπνοσοφιστών βρίσκεται πληθώρα πληροφοριών για τις διατροφικές συνήθειες της εποχής αλλά και συνταγές μαγειρικής.

Η Παναγιώτα Λάμπρη έχει και αυτή συνταγές μαγειρικής στο βιβλίο της αλλά και  πολλές πληροφορίες από την λαϊκή παράδοση και την αρχαία ελληνική γραμματεία. Επίσης, το σύγγραμμά της είναι γεμάτο συνταγές μαγειρικής της μητέρας της Δ.Οικονόμου-Λάμπρη και άλλων γυναικών της Ροδαυγής, πολλές από τις οποίες δεν ζουν σήμερα. Οι πεθαμένοι υπάρχουν μόνον όταν κάποιος τους δώσει ζωή με τη γλώσσα, τους βάλει μέσα στις ιστορίες του κι αφήσει το ίχνος τους στο μέλλον. Αυτό κάνει η Π. Λάμπρη  καθώς απαθανατίζει ό,τι χάνεται, χτίζει γέφυρες με την αιωνιότητα και διασώζει από τη φθορά ό,τι περνά τον Αχέροντα για το απόλυτο επέκεινα.

 

«Τα λούπινα, οι θέρμοι των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι συνδέονται με τη δίαιτα των προσερχομένων στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα πιστών, ως τρόφιμο φαίνεται πως συνδέεται από αρχαιοτάτων χρόνων με τη διατροφή των φτωχών …

….Οι αλκαλοειδείς ουσίες, οι οποίες περιέχουν τα λούπινα, τα κάνουν τοξικά και τους προσδίδουν πικρή γεύση, οπότε για να γίνουν βρώσιμα, είναι αναγκαίο το ξεπίκρισμά τους μέσα σε νερό…

…Για να φτιάξουμε ψωμί από λούπινα, βράζουμε ξερά λούπινα, τα απλώνουμε να στεγνώσουν, τα αλέθουμε σε νερόμυλο και με το αλεύρι ζυμώνουμε ψωμί χρησιμοποιώντας προζύμι, αλάτι και νερό… Στις δύσκολες από διατροφική άποψη περιόδους πολλοί παρασκεύαζαν ψωμί από λούπινα…»

 

Σήμερα κυκλοφορούν στο εμπόριο χιλιάδες βιβλία μαγειρικής, ελληνικά και ξενόγλωσσα. Το βιβλίο της Π. Λάμπρη διαφέρει από αυτά, διότι δεν θα βρείτε μόνο συνταγές ηπειρωτικών εδεσμάτων αλλά και πολλές άλλες πληροφορίες και πλούσιο ιστορικό υλικό.

Το βιβλίο έχει ως βάση το φαγητό και τη γεύση.

Το φαγητό όμως αποτελεί μια δίοδο για την ενεργοποίηση και τη λειτουργία της μνήμης. Μια απρόσμενη γευστική στιγμή γίνεται αφορμή για να ανοίξει μια μεγάλη πόρτα στο παρελθόν.

Καταγράφει η συγγραφέας εμπειρίες, ανασύρει και ξεσκονίζει μεθυστικές μνήμες, τις «πασπαλίζει» με τα κατάλληλα υλικά-παρατηρήσεις, προσφέροντάς μας κάτι σαν μικρές γαστρονομικές δοκιμές και περιπέτειες γύρω από ηπειρώτικα φαγητά και, κυρίως, συναισθήματα.

Κείμενα άλλοτε κοφτερά κι άλλοτε χιουμοριστικά, πάντοτε, όμως, με αγνές πρώτες ύλες.

Τα κείμενά της μιλούν για την ανεπανάληπτη θέση των γευστικών συνειρμών στη λειτουργία της μνήμης και για τον κεντρικότατο ρόλο του γεύματος στη ζωή.

Κάτω από κάθε στρώση λαχανικών και αγριόχορτων, κάτω από κάθε φέτα ψωμιού καθάριου, ανάμεσα στις γευστικές κολοκυθόπιτες ή τα έντονα μυρωδικά προσπαθεί να διακρίνει τον πολιτισμό που έχει ενσταλαχτεί στη γεύση, τη σοφία του χρόνου, τη μορφή του ανθρώπου.

Επικεντρώνεται η συγγραφέας σε ανθρώπινες αξίες, που προσπαθεί να μας μεταφέρει μέσω της σχέσης της με τη γεύση. Οι αξίες αυτές εκφράζονται μέσα από τις αναμνήσεις. Αναμνήσεις όπως το ζυμωτό ψωμί με το κρεμμύδι, την φρέσκια μυζήθρα και το τσιαλαφούτη, τα αβγά με ντομάτες, τις κολοκυθοκορφάδες, τα μιρμιλόνια, τον τραχανά, τις παστωμένες σαρδέλες, τα ξερά κουκιά, τα γιαπράκια, τους κεφτέδες, την μαγειρίτσα, τις τσιγαρίδες, την μοσχομυριστή γαλατόπιτα, την ρυζόπιτα , την μπουγάτσα, την κουλούρα, τις πυρομάδες, το ψωμί το καθάριο, τα γουμίδια, την ξιδότριψα κ.α.

Με κάθε νέα μπουκιά ανασύρει η συγγραφέας από τη μνήμη ήχους, πρόσωπα, χρώματα, τοπία, συναισθήματα, κι όλα αυτά μαζί ξαναφέρνουν στο νου τις γεύσεις που τα συνόδευαν. Κι η ζωή προχωρεί. Η αφήγηση και το συναίσθημα συναντώνται. Η συγγραφέας αφήνεται στις γεύσεις της ζωής της να την οδηγήσουν να αφηγηθεί την ιστορία της. Κι αυτή ζωντανεύει, ζωντανεύοντας μαζί της και τη  μνήμη της γεύσης…

Το βιβλίο «Η μνήμη της γεύσης» περιέχει ποικίλα κείμενα για τη γεύση, που μοιάζουν με μικρές γαστρονομικές δοκιμές γύρω από υλικά, φαγητά, πίτες, γαλατερά, σαλάτες, γλυκίσματα, φαγητά ορφανά, πιόματα, αλλά και συναισθήματα , επιστρατεύοντας συχνά την ενεστώτα εμπειρία, αλλά και την παρατατική μνήμη. Τα κείμενά της προσπαθούν να αποδείξουν πως, όπως και στη γαστρονομία, έτσι και στη γραφή, εκείνο που έχει πρωτεύουσα σημασία, είναι η γλώσσα.

Η βρώση και το έδεσμα κυριαρχούν ως υλικά ισοδύναμα για την έκφραση πολύπλοκων συναισθημάτων, αλλά και ως μέσα λεπταίσθητου σχολιασμού κοινωνικών περιστάσεων.

Οι παλιές γυναίκες –μανάδες και γιαγιάδες είχαν την ευλογία να δημιουργούν από το τίποτα, να πολλαπλασιάζουν ακόμα και τα ελάχιστα υλικά (σαν τους άρτους του Ιησού) και να δουλεύουν με το αλάθητο του ενστίκτου που κάνει σωστό το χέρι (στις δόσεις) και αψεγάδιαστο το μάτι (στα ψησίματα).

Οι περιγραφές της συγγραφέως θυμίζουν  ένα διήγημα του  Τσέχωφ, που  περιγράφει έναν χοντρό κι έναν λιγνό, η περιγραφή όμως δεν είναι φυσιογνωμική, αλλά επικεντρώνεται εύστοχα στις μυρωδιές. «Ο ένας» γράφει,«μύριζε κρασί και ανθός λεμονιάς. Ο άλλος» συμπληρώνει, «μύριζε χοιρομέρι και κατακάθι του καφέ». Σε τρείς μυρωδάτες λέξεις συμπυκνώνονται φαγητά, ποτό και μετεπιδόρπιο, ξαναθυμίζοντάς μας πως η τροφή και το ποτό αφήνουν τη στάμπα τους όχι μόνο στον ουρανίσκο, αλλά και στην ανάσα, το δέρμα ή τα ρούχα. Αυτό που τρώμε ή πίνουμε , μας συνοδεύει, συχνά μας σημαδεύει και ενίοτε μας προδίδει…

Αλήθεια ποιός είδε ποτέ βουβό τάισμα μωρού; Σιωπηλό γεύμα μικρού παιδιού;

Πάντα θα μιλάμε στα μωρά όταν τα ταΐζουμε: για να τα εθίζουμε εγκαίρως στην κοινωνικότητα της τροφής.

Γύρω από μια κουταλιά ή μια πιρουνιά εξελίσσονται τα παραμύθια, οι αστείες ιστορίες που μαζί με την κατάποση φέρνουν και το γέλιο, τα σύντομα τραγούδια, τα επιφωνήματα, οι αυτοσχέδιοι διάλογοι, οι χαϊδευτικές χειρονομίες.

Ποιος ενήλικας μπορεί να φάει μόνος;

Το φαγητό προϋποθέτει  συντροφικότητα, την απόλαυση της συνεύρεσης, την θέρμη της επικοινωνίας  γύρω από το τραπέζι, ανταλλαγή κατανοήσεως και ανάσα από δίπλα που αχνίζει απαλά όσο και το ζεστό πιάτο. Τι θα ήταν η πιο περίτεχνη δημιουργία χωρίς την παρουσία συνδαιτυμόνων , χωρίς την αντανάκλαση των φωνών και των ψιθύρων, χωρίς το γέλιο, τη διαφωνία και τη συνεργία της μνήμης;

 

Στο βιβλίο «Η μνήμη της γεύσης» μυρίζεις τη γεύση, ακούς το άρωμα και βλέπεις τον ήχο των υλικών….

Το βιβλίο «Η μνήμη της γεύσης» αφηγείται τις περιπέτειες της μνήμης και τα ημίφωτα ή διαυγή απομεινάρια της.

Η Παναγιώτα Λάμπρη τις ζει τις μαγειρικές περιγραφές της!

Υμνεί το μαγείρεμα για τους οικείους ως προσφορά αγάπης που καταγράφεται στη μνήμη γλυκαίνοντας τη ζωή. Το φαγητό μπορεί να θεραπεύσει όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή, λέει η συγγραφέας.

Η Παναγιώτα Λάμπρη αποδεικνύεται ένας μάστερ σεφ του λιτού λόγου, πειθαρχημένη και συγκρατημένα λυρική.

Με το βιβλίο της αυτό η συμπατριώτισσα Παναγιώτα   Λάμπρη μας ξαναφέρνει στα χρόνια της αθωότητας. Στρώνει ένα όμορφο ηπειρώτικο «τραπέζι» και μας καλεί σε γεύμα… Η συγγραφέας καλεί τον αναγνώστη να γίνει συνδαιτυμόνας όχι μόνο στο παιχνίδι του βιβλίου αυτού, αλλά της ανάγνωσης ως κύριου πιάτου εν γένει….

 

Η Παναγιώτα Λάμπρη γεννήθηκε στη Ροδαυγή Άρτας. Είναι φιλόλογος. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Άλλα έργα της είναι: «Το χάσικο ψωμί», «Ροδαυγή, το ρόδο της αυγής» και «Κώστας Διαμάντης-Ο ιστορητής».