Προστασία του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής από ποιον;

[ Γιώργος X. Παπασωτηρίου / Ελλάδα / 12.09.19 ]

«Δεν μου αρέσει η ιδέα ότι ο Ευρωπαϊκός Τρόπος Ζωής αντιτίθεται στην μετανάστευση. Το να αποδέχεσαι όσους έρχονται από αλλού, είναι μέρος του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής». Ναι, λοιπόν, ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής των ατομικών δικαιωμάτων και της ανεκτικότητας συμπεριλαμβάνει τον Άλλον, δεν τον αποκλείει. Τη θέση αυτή δεν την εκφράζει κάποιος αντισυστημικός αλλά ένα «γρανάζι» του συστήματος, ο πρώην πρόεδρος της ΕΕ, Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, μιλώντας στο euronews.

 Η «υπεράσπιση του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής», θα πούμε εμείς, παραπέμπει ευθέως στους ναζί, οι οποίοι «επειδή έχασαν την απόλυτα συμβολική, υψηλή και αφηρημένη έννοια της ανθρωπότητας (την αξίωση μιας διιστορικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας) και την αντικατέστησαν με μία τοπική, εθνική, ιδεολογική ένταξη, η αγριότητα έγινε το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα και μπόρεσε να ασκηθεί ενάντια σ’ εκείνους που δεν μοιράζονταν αυτή την ένταξη»(Τζούλια Κρίστεβα: Ξένοι στον ίδιο μας τον εαυτό). Αυτή η αγριότητα οδήγησε στη σφαγή του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Αλλά ποιος είναι ο άλλος που μας απειλεί; Ο Γκομπινώ χαρακτήριζε τους οικονομικούς μετανάστες που πήγαιναν στις ΗΠΑ «μη Άριους» και «αποβράσματα της Ευρώπης» («αποβράσματα», θυμίζει κάτι;). Ο Γκομπινώ «ήταν ένας αριστοκράτης ρατσιστής», λέει ο Γουόλιν. Ένας νεοναζί λέμε εμείς

Η «ανοιχτή κοινότητα» επισημαίνει ο Γιούργκεν Χάμπερμας δεν υπόσχεται μόνο «αλληλεγγύη και μη διακριτική συμπερίληψη, σημαίνει συγχρόνως το ίδιο δικαίωμα του καθενός για ατομικότητα και διαφορετικότητα».

Σήμερα κάποιοι τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ μέσα από μία μεγάλη διαδρομή κατέληξαν από τις μάγισσες του Σάλεμ στις μάγισσες του Ισλάμ!     

Ο Νόαμ Τσόμσκι θεωρεί ότι ο αμερικανικός λαός χειραγωγείται με το φόβο και τον έλεγχο της συνείδησης. Στην πρώτη περίπτωση αυτό επιτυγχάνεται με την απειλή πολέμου και καταστροφής από τους «κόκκινους» χθες, από την τρομοκρατία σήμερα. Η διαρκής κατάσταση «εξαίρεσης» και «έκτακτης ανάγκης», δηλαδή η άρση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, άρχισε να επιβάλλεται στις ΗΠΑ και στη συνέχεια παντού μετά την επίθεση στους Δίδυμους πύργους και τις επιθέσεις στην Ευρώπη. Αυτό επισημαίνει και ο Αγκάμπεν. Χειραγώγηση, λοιπόν, με πολιτικό τρόπο αλλά και χειραγώγηση των συνειδήσεων μέσω των μίντια, με την κοινωνική πολιτικοποίηση μέσω του σχολείου(δες και την ιστορία της Κεραμέως), της θρησκείας και των διανοουμένων.

Η «κατασκευή συναίνεσης» είναι όρος ενός άλλου Αμερικανού του Ουόλτερ Λίπμαν, ο οποίος από το 1920 επέστησε την προσοχή στη σημασία των προπαγανδιστικών τεχνικών για τον έλεγχο των μαζών. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και ο Έντουαρντ Μπερνέις (από τους ιδρυτές της βιομηχανίας δημοσίων σχέσεων) που μαζί με τον Λίπμαν ανήκαν στην επίσημη ομάδα προπαγάνδας του Γούντροου Ουίλσον. Η περίφημη αυτή Επιτροπή για τη Δημόσια Ενημέρωση του Ουίλσον πέτυχε να μετατρέψει τους ειρηνόφιλους Αμερικανούς που ήταν αντίθετοι στη συμμετοχή τους στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο «σε μια ορδή φανατικών κατά της Γερμανίας». Η προπαγάνδα, μάλιστα, αντικατέστησε τη βία εναντίον του εργατικού κινήματος (με τους περισσότερους νεκρούς από κάθε βιομηχανική χώρα) με τον «κοινωνικό αυτοματισμό».  Σε μια απεργία του 1936 στο Μοχόκ της Πενσυλβάνια έστρεψαν την κοινή γνώμη εναντίον των απεργών. Σύμφωνα με την προπαγάνδα αυτή οι απεργοί χαρακτηρίζονταν «εξωτερικοί ταραχοποιοί», «κομμουνιστές» και καταστροφείς του ιερού Αμερικανικού Τρόπου Ζωής. Στην ίδια λογική κινείται και η επίθεση εναντίον των συνδικάτων μέσω κινηματογραφικών ταινιών όπως η On the Waterfront (1954) του Ελίας Καζάν που δείχνει τον Μάρλο Μπράντο να τα βάζει με το διεφθαρμένο συνδικάτο των λιμενεργατών. Οι ίδιες προπαγανδιστικές τεχνικές θα επιβάλλουν στους πολίτες μια «φιλοσοφία ματαιότητας», ότι σημασία έχουν τα τετριμμένα μικρά πράγματα και η κατανάλωση που ενισχύονται με τη δημιουργία «τεχνικών αναγκών» μέσω της μόδας (Νόαμ Τσόμσκι: Δύο ώρες διαύγειας).

Ο ρατσισμός ως μη αποδοχή του άλλου και της φυλετικής ή της πολιτισμικής του ταυτότητας μεταθέτει σ’ αυτόν τον κίνδυνο της ταυτοτικής διαφθοράς των γηγενών και τη διάβρωση του κοινωνικού ιστού. ‘Ετσι, μέσω της ξενοφοβίας και του ρατσισμού επιτυγχάνεται μια «οργανική συνεργασία» των υπό κανονικές συνθήκες αντιτιθέμενων μερών της κοινωνίας, των πάνω και των κάτω, των πλούσιων και των φτωχών, στο όνομα του «κοινού εισβολέα-εχθρού»(οι "εισβολείς" του Μπογδάνου), που είναι ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο Ξένος, αυτός που υποτίθεται ότι εισάγει την αναστάτωση, τα καινά δαιμόνια. Εδώ οφείλονται οι ιδεολογικά φανατικές συντηρητικές αναδιπλώσεις της αμερικανικής κοινωνίας από παλιότερα και σήμερα και της ευρωπαϊκής. Γιατί αυτό που συμβαίνει με τη ρατσιστική αντιπαλότητα είναι ότι παραμορφώνεται η αναπαράσταση του κοινωνικού ανταγωνισμού. Έτσι, ο Ξένος γίνεται ένα φετίχ που αρνιέται και συγχρόνως ενσαρκώνει τη δομική αδυναμία της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, καθώς για «όλα φταίει ο ξένος», καλύπτεται η πραγματική ανταγωνιστική κοινωνική ρωγμή μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Έτσι, οι πολιτικοί της δεξιάς μπορούν να μιλούν για μια πολιτική «για όλους»!

Αν έχουν μια σημασία όλα αυτά είναι γιατί το σύγχρονο πρόβλημα των «ταυτοτήτων» και η αντιμετώπιση των μεταναστών, η παγκοσμιοποίηση και οι αποκλεισμένοι της, η πολυπολιτισμική ή η μονοπολιτισμική κοινωνία, η πλήρης ανοχή ή η μηδενική ανοχή είναι ζητήματα που αντιμετωπίστηκαν ήδη, αλλά και αντιμετωπίζονται και σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς εκεί έχουμε για πρώτη φορά μία απόπειρα χωρίς προηγούμενο στη σύγχρονη ιστορία ενσωμάτωσης ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής. Ενσωμάτωση όμως σε τι; Σε μια αγγλοσαξονική προτεσταντική κουλτούρα, σε μια αμερικανική πολιτική (συνταγματική) κουλτούρα ή σε κάτι άλλο; Αυτό είναι το ερώτημα, που εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τις ημέρες μας. Σήμερα, ιδιαίτερα, όπου όλες οι χώρες της Δύσης (συμπεριλαμβανομένων της Ευρώπης) δέχονται τεράστια κύματα μεταναστών, το πρόβλημα των αποκλεισμών και του τρόπου ενσωμάτωσης βρίσκεται στο κέντρο μιας γενικευμένης πολιτικής αντιπαράθεσης, που επανεισάγει το ζήτημα της Ταυτότητας.  

Κάποιοι ευρωπαίοι δεξιοί μιλούν για την απειλή εκ μέρους των ισλαμιστών που δεν χαιρετούν δίνοντας το χέρι. Αγνοούν τους Κουάκερους στην Αμερική που ξυλοκοπούνταν επειδή στο όνομα της δικής τους αντίληψης για τη χριστιανική ισότητα δεν έβγαζαν το καπέλο ούτε έσκυβαν το κεφάλι όταν χαιρετούσαν! Αγνοούν τον κλάδο των «μιννονιτών» που αρνούνται τις νέες τεχνολογίες (ηλεκτρισμό, ραδιόφωνο και τηλεόραση, μηχανές, τα μοντέρνα ρούχα και τα ζωηρά χρώματα) και τις έννοιες της επιστημονικής προόδου, της διάκρισης, του ανταγωνισμού και της κοινωνικής επιτυχίας, αμφισβητώντας ουσιαστικά τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Ή μήπως να πούμε για τους Ουγενότους στη Γαλλία;

Ο Τσαρλς Κάπτσαν («το τέλος της αμερικάνικης εποχής») γράφει ότι «η ουσία της αμερικανικής ταυτότητας δεν ήταν η εθνική καταγωγή και η θρησκεία, αλλά η συμμετοχή σε ένα σχέδιο και στις κεντρικές του αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας».

Με βάση αυτές τις δημοκρατικές αξίες οι πρόσφυγες και οι μετανάστες θα πρέπει να είναι καλοδεχούμενοι παντού ως δυστυχισμένοι άνθρωποι και όχι ως δαίμονες, ως ψυχές που δοκιμάζονται και μαζί δοκιμάζουν την ουσία της δημοκρατίας και της ανθρωπιάς μας…

*Πιο αναλυτικά στο βιβλίο μου Homo Americanus