Πραγματικότητα και ελευθερία

[ Γιώργος Κουτούβελας / Ελλάδα / 11.06.16 ]

Η πλειοψηφία των ανθρώπων  αντιλαμβάνεται ακόμη την διαχείριση της πολιτικής εξουσίας ως μία «εργολαβική» διαδικασία. Μέσω της λογικής της ανάθεσης ευθυνών επιζητούνται και απαιτούνται όλα τα δίκαια χωρίς, όμως, να εκδηλώνεται η διάθεση για πράξεις προς αυτή την κατεύθυνση, πέραν της συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες. Τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο παρατηρείται η εμμονή σε  διαπιστώσεις, οι οποίες έχουν ως υποκείμενό τους την διαφωνία και την έριδα,  δίχως να αντιπαραβάλλεται στην διαφωνία αυτή, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, κάποιο διαφορετικό παράδειγμα.

 Ο Clérel («vicomte de Tocqueville»), αν και αποτέλεσε μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, αναφέρει, μεταξύ άλλων, κάτι το αξιοσημείωτο: «Μόνο η ελευθερία μπορεί να αντιπαλέψει […], σε αυτού του είδους τις κοινωνίες όπου η επιθυμία του πλουτισμού παντί μέσω, η αγάπη των επιχειρήσεων, η λαχτάρα του κέρδους, η αναζήτηση της καλοπέρασης και των υλικών απολαύσεων[…] είναι τα κοινότερα πάθη, τα ελαττώματα που είναι φυσικά σε αυτές τις κοινωνίες και να τα συγκρατήσει στις πλαγιές όπου διολισθαίνουν. Αυτή μόνο μπορεί, στην πραγματικότητα, να αποσπάσει τους πολίτες από την απομόνωση στην οποία η ίδια η ανεξαρτησία της κατάστασής τους, τους κάνει να ζουν, για να τους υποχρεώσει να πλησιάσουν οι μεν τους δε, [μόνο αυτή] τους θερμαίνει και τους συνενώνει καθημερινά μέσω της ανάγκης να συνεννοηθούν, να αλληλοπειστούν και να αντλούν αμοιβαίως ευχαρίστηση ασχολούμενοι με τις κοινές υποθέσεις».

 Το ζητούμενο, σήμερα, δεν είναι να οριοθετηθεί ο όρος «ελευθερία», αλλά να προσδιοριστεί με σαφήνεια το περιεχόμενό του. Όσοι ασπάζονται τον φιλελευθερισμό υιοθετούν την άποψη πως η έννοια της «ελευθερίας» επιτρέπει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ειδάλλως εκείνοι που επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις «δυνατότητες» και τις «ικανότητές» τους στο έπακρον περιορίζονται. Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό που πράττουν οι θιασώτες αυτής της ιδεοληψίας είναι μία σχεδόν αστεία απόπειρα «μετάγγισης» του περιεχομένου του όρου «ασυδοσία» σε μια πιο εύσχημη μορφή έχοντας ως τελικό σκοπό τον περαιτέρω πλουτισμό τους και την διάβρωση της συνείδησης όλων των ανθρώπων. Το ζητούμενο είναι η παραδοχή πως αυτό που χρειάζεται μία οποιαδήποτε κοινωνία και οπωσδήποτε η δυτική, είναι να τεθεί ως συλλογικός σκοπός η διεκδίκηση, με κάθε τρόπο, όλο και περισσότερης ελευθερίας, καθιστώντας σαφές ταυτόχρονα πως  «ελευθερία» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση «δικαίωμα» στην εκμετάλλευση.

Ο όρος «ελευθερία» αντιμετωπίζεται με αδιαφορία από την πλειοψηφία των ανθρώπων που απέχοντας από την πολιτική τους διάσταση εύκολα μπορούν να καταντήσουν και καταντούν ανδράποδα. Κάποιοι μάλιστα εξ αυτών, την περιφρονούν δίνοντας άλλοθι σε όλους τους θεράποντες του νεοφιλελευθερισμού   που, θελημένα ή μη, επικουρούν στη δόμηση του φασισμού. Η αποδόμηση του φασισμού μπορεί να επιτευχθεί μόνο με το χτίσιμο μιας κοινωνίας με χαρακτηριστικά τα οποία οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού χαρακτηρίζουν ως «ουτοπικά». Το φαινόμενο που αποκαλείται «πραγματικότητα» διαμορφώνεται αναλόγως με την απουσία ή την παρουσία των πολιτικών όντων.  Η πραγματικότητα συνεπώς αποτελεί μία ρευστή κατάσταση η οποία δεν γνωρίζει όρια. Συμπεραίνεται πως ούτε η ελευθερία ούτε η πραγματικότητα έχουν όρια. Τα όρια αποτελούν κατασκεύασμα εκείνων που επιδιώκουν να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους. Ο A. Camus σημειώνει: «ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς έναν ανελεύθερο κόσμο είναι να γίνει τόσο ελεύθερος ώστε η ύπαρξή του και μόνο να αποτελεί επαναστατική πράξη». Το προαπαιτούμενο για μία ελεύθερη κοινωνία, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, είναι ο ελεύθερος άνθρωπος.