Ποιος θυμάται το Αφρίν;

[ ARTI news / Κόσμος / 06.01.19 ]

Του Γιώργου Στάμκου*

Προμήνυμα μιας γενικευμένης εθνοκάθαρσης την οποία η Τουρκία φαίνεται πως σχεδιάζει για τους Κούρδους της βόρειας Συρίας, η πρώην κουρδική πόλη του Αφρίν, που έπεσε στα χέρια του Τουρκικού Στρατού τον Μάρτιο του 2018, εποικίζεται συνεχώς από Τουρκομάνους και Άραβες Σύρους σουνίτες, φιλικά προσκείμενους προς την Άγκυρα, ώστε να αλλάξει εντελώς ο εθνολογικός της χάρτης και να “αποκουρδοποιηθεί”.

Το κουρδικό “καντόνι” του Αφρίν

Πριν από έναν χρόνο περίπου είχαν ξεκινήσει οι επιχειρήσεις του Τουρκικού Στρατού και των Σύρων και Τουρκομάνων παραστρατιωτικών, που τον υποστήριζαν, ενάντια στο κουρδικό θύλακα της Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία. Η περιοχή αυτή, γνωστή και ως “κοιλάδα των Κούρδων”, κατοικούνταν κυρίως από Κούρδους από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το 1919 πέρασε στον έλεγχο της, υπό γαλλική εντολή τότε, Συρίας. Από την αρχή του εμφυλίου πολέμου στη Συρία οι Κούρδοι του Αφρίν (ή δυτικού Κουρδιστάν) είχαν καταφέρει να μείνουν μακριά από τις συγκρούσεις και να δημιουργήσουν έναν αυτόνομο θύλακα-καντόνι, γύρω από την πόλη Αφρίν, που συνόρευε βόρεια και δυτικά με την Τουρκία, ενοχλώντας έτσι την Άγκυρα. Από το 2012 ως τις αρχές του 2018 το κουρδικό καντόνι του Αφριν με περίπου 250.000-300.000 πληθυσμό (μαζί με τους πρόσφυγες), που ελεγχόταν από τις δυνάμεις του YPG (Μονάδες Λαϊκής Προστασίας), είχαν δημιουργήσει μια αυτόνομη οντότητα, καταδιώκοντας ισλαμιστές τρομοκράτες αλλά και Σύρους σουνίτες από την περιοχή τους. Οι αντίπαλοι των Κούρδων της Αφρίν τους κατηγορούσαν πως είχαν φυλακίσει πολιτικούς τους αντιπάλους, είχαν στρατολογήσει ακόμη και παιδιά που εκπαίδευαν ως μαχητές, και ότι είχαν εκτοπίσει περίπου 150.000 Άραβες από τις περιοχές που έλεγχαν και κατέλαβαν, τις περιουσίες των οποίων λεηλάτησαν. Η Άγκυρα τους κατηγορούσε επίσης ως “αδίστακτους τρομοκράτες”, που απειλούσαν την εδαφική ακεραιότητα και εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Για την Τουρκία οι Κούρδοι του Αφρίν θεωρούταν ένα επικίνδυνο αγκάθι στο “μαλακό υπογάστριο” της, όχι πολύ μακριά από την τουρκική πόλη της Αντιόχειας (Αντάκια) κι από τον στρατηγικής σημασίας κόλπο της Αλεξανδρέττας. Επί χρόνια σχεδίαζαν την εξολόθρευση τους.

Επιχείρηση “Ασπίδα του Ευφράτη”

Μετά την αναθέρμανση των Τουρκο-ρωσικών σχέσεων, έπειτα από το ναδίρ που έφθασαν στις αρχές του 2016 με την κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους στη βορειοδυτική Συρία, η  Άγκυρα αναθάρρησε και αποφάσισε την πιο ενεργή της συμμετοχή στον πόλεμο της Συρίας. Αρχικός στόχος της ήταν η δημιουργία μιας “ζώνης ασφαλείας” πλάτους 100 χλμ. και βάθους περίπου 50χλμ. δυτικά του Ευφράτη και κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, η οποία υποτίθεται πως θα λειτουργούσε ως “ασφαλές καταφύγιο” για τους Σύρους πρόσφυγες ώστε να μην εισέρχονται αθρόα στο τουρκικό έδαφος. Η επιχείρηση αυτή είχε την κωδική ονομασία “Ασπίδα του Ευφράτη” και τα αποτελέσματα της κάθε άλλο παρά πετυχημένα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, καθώς ο Τουρκικός Στρατός αντιμετώπισε μια σκληρή αντίσταση εκ μέρους των Σύρων και Κούρδων μαχητών που δρούσαν στην περιοχή και τελματώθηκε. Ωστόσο έγινε δυνατόν να δημιουργηθεί ένα τουρκικό προγεφύρωμα στην περιοχή, κυκλώνοντας έτσι κι από τα ανατολικά το κουρδικό καντόνι του Αφρίν.

Οι Κούρδοι του Αφρίν, προκειμένου να προστατευτούν από την τουρκική επιθετικότητα και τους Τουρκμένους παραστρατιωτικούς που τους παρενοχλούσαν, κάλεσαν ρωσικές στρατιωτικές μονάδες να σταθμεύσουν στην περιοχή τους. Οι Ρώσοι ωστόσο αποχώρησαν ως τα τέλη του 2017, κατόπιν συμφωνίας Μόσχας-Άγκυρας, που αφορούσε την επιστροφή του Χαλεπίου στον έλεγχο της Δαμασκού και την αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής γύρω από τον θύλακα του Ιντιλμπ, ο οποίος ελέγχεται από “μετριοπαθείς” σουνίτες Άραβες, φιλικούς προς την Τουρκία. Ήταν προφανές πως οι Κούρδοι του Αφρίν αποτελούσαν τον επόμενο στόχο της τουρκικής επιθετικής στρατηγικής, που δρούσε πλέον κατόπιν της ανοχής, αν όχι της συγκατάθεσης, εκ μέρους της Μόσχας.

Επιχείρηση “Κλάδος Ελαίας”

Αφού περικυκλώθηκε και αποκόπηκε από τους άλλους Κούρδους συμμάχους τους στα ανατολικά, το κουρδικό καντόνι του Αφρίν στις 20 Ιανουαρίου του 2018 δέχθηκε αρχικά την επίθεση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας, η οποία και βομβάρδισε 100 στόχους στην περιοχή, καταστρέφοντας ακόμη και αρχαιότητες και πολιτιστικά μνημεία. Ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα της δεύτερης μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης της Τουρκίας στη βόρεια Συρία, η οποία ονομάστηκε κατ' ευφημισμό “Κλάδος Ελαίας”. Οι Κούρδοι του Αφρίν για να προστατευτούν από την επικείμενη τουρκική εισβολή κάλεσαν σε βοήθεια τον Συριακό Στρατό του Άσαντ, αλλά από το κομβόι με τα 50 στρατιωτικά οχήματα που ξεκίνησαν στις 20 Φεβρουαρίου του 2018 μόνον τα πέντε έφτασαν τελικά στο κέντρο της πόλης του Αφρίν. Χωρίς ενισχύσεις, συμμάχους και περικυκλωμένοι, οι Κούρδοι του Αφρίν παρέμειναν ωστόσο στις θέσεις τους, μη θέλοντας να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους εδάφη στο έλεος της Τουρκίας και των συμμάχων της στη Συρία. 

Η κύρια χερσαία επίθεση του Τουρκικού Στρατού κατά του καντονιού του Αφρίν ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου του 2018 και κλιμακώθηκε στις αρχές του Μαρτίου. Παρά την σθεναρή αντίσταση των περίπου 20.000 Κούρδων μαχητών (ανάμεσα τους πολλές γυναίκες και παιδιά) που υπερασπίζονταν το Αφρίν και οι οποίοι δεν είχαν καμία αεροπορική υποστήριξη, δεν ήταν δυνατόν να ανακοπεί η πρόοδος των τουρκικών δυνάμεων και των συμμάχων τους μέσα στο συριακό έδαφος. Στο πλευρό των Τουρκικών δυνάμεων, που ανέρχονταν σε 6.400 στρατιώτες με τανκς και σύγχρονο οπλισμό, συμμετείχαν περίπου 25.000 Σύριοι Άραβες και Τουρκμένοι παραστρατιωτικοί, που είχαν εκπαιδευτεί και εξοπλιστεί από την Τουρκία. Μαζί τους πολεμούσαν και πολλοί Τζιχαντιστές, που μάχονταν προηγουμένως για τον ISIS και το “Ισλαμικό Χαλιφάτο”, και μετά το 2015-16 προσχώρησαν στον FSA (Ελεύθερο Συριακό Στρατό), φιλικά προσκείμενο προς την Άγκυρα. Αυτοί, ορισμένοι εκ των οποίων εξελίχθηκαν σε ηγετικά στελέχη, αναβαπτίστηκαν στην “κολυμπήθρα της Σιλωάμ” της Άγκυρας και μετονομάστηκαν σε “ελεύθερους μαχητές” και μάχονταν πλέον με ιδιαίτερο μένος κατά των “απίστων” του επίσημου Συριακού Στρατού και των Κούρδων μαχητών του YPG, προβαίνοντας σε απερίγραπτες βιαιοπραγίες.

Η κατάληψη του Αφρίν

Έπειτα από μάχες και αντίσταση, που κράτησε περίπου τρεις βδομάδες, οι γραμμές των Κούρδων έσπασαν και η κατάληψη του Αφρίν από τις τουρκικές δυνάμεις πραγματοποιήθηκε στις 18 Μαρτίου του 2018, δηλαδή την 58η ημέρα από την έναρξη της επιχείρησης “Κλάδος Ελαίας”. Σημαντικό τμήμα των Κούρδων μαζί με μεγάλο πλήθος άμαχου πληθυσμού υποχώρησαν ανατολικότερα, σε περιοχές ελεγχόμενες από Κούρδους και το Συριακό Στρατό. Υπολογίζεται πως 150.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν τότε να φύγουν για να γλιτώσουν τις σφαγές και την επερχόμενη καταπίεση. Σύμφωνα με τουρκικές πηγές 4.600 Κούρδοι αντάρτες σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Οι νεκροί άμαχοι ξεπέρασαν τους 500 κατά τη διάρκεια των μαχών και τις επόμενες βδομάδες της κατάληψης του Αφρίν.

Όλες οι κουρδικές σημαίες απαγορεύτηκαν και τα κουρδικά μνημεία καταστράφηκαν. Σημαίες της Τουρκίας και των Τουρκομάνων υψώθηκαν στην πόλη. Αμέσως άρχισαν οι λεηλασίες, οι σφαγές κατά των Κούρδων και άλλων μειονοτήτων (σε 70.000 υπολογίστηκαν οι Κούρδοι που παρέμειναν στην περιοχή μετά την κατάληψη του Αφρίν), τα βασανιστήρια και κάθε είδους ακρότητες, ειδικά εκ μέρους των παραστρατιωτικών Τουρκμένων και των (πρώην) Τζιχαντιστών.

Εκτοπισμός Κούρδων και εγκατάσταση Τουρκομάνων εποίκων

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών των διώξεων, των πολιτικών δολοφονιών και λοιπών εγκλημάτων πολέμων οι περισσότεροι Κούρδοι εγκατέλειψαν το Αφρίν και τη γύρω περιοχή μέχρι τα τέλη του 2018. Σύμφωνα με κουρδικές εκτιμήσεις, που συμμερίζεται και ο ΟΗΕ, ένας αριθμός από 150.000-300.000 κατά κύριο λόγο Κούρδοι εκτοπίστηκαν βίαια και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες. Ήταν μια συστηματική εθνοκάθαρση, που σχεδιάστηκε από τους στρατιωτικούς και πολιτικούς ιθύνοντες στην Άγκυρα, ώστε να απαλλαγούν οριστικά από το “κουρδικό αγκάθι” του Αφρίν. Στα άδεια χωριά, πόλεις και σπίτια των Κούρδων του Αφρίν η Τουρκία εγκατέστησε Τουρκομάνους εποίκους από διάφορες περιοχές της Συρίας, καθώς επίσης και Άραβες Σουνίτες συμμάχους της.

Ο Ερντογάν φέρεται μάλιστα να συνεννοήθηκε με τον Άσαντ ώστε να μεταφερθούν και να εγκατασταθούν στο Αφρίν δεκάδες χιλιάδες Σύροι Σουνίτες αντικαθεστωτικοί από την ανατολική Γούτα της Δαμασκού μετά την εκκένωσή της και την παράδοσή της στο Συριακό Στρατό. Στόχος της Άγκυρας ήταν από τη μία η αποκουρδοποίηση του Αφρίν και από την άλλη η εγκατάσταση στην περιοχή φιλικών προς αυτήν πληθυσμών, που θα τελούν υπό την προστασία τους και θα χρησιμοποιούνται ως μοχλός ανάμειξης στις συριακές υποθέσεις.

Οι στρατηγικοί στόχοι της Άγκυρας στη Συρία

Συμπερασματικά οι δύο τουρκικές επιχειρήσεις στη Συρία, υπό την ονομασία “Ασπίδα του Ευφράτη” και “Κλάδος Ελαίας”, προσιδιάζουν με εκείνες του Αττίλα Ι και ΙΙ στην Κύπρο, σε μια όμως χερσαία μεσανατολική εκδοχή τους. Στόχος τους ήταν η εδραίωση της Τουρκίας στη βορειοδυτική Συρία, η αλλαγή του εθνολογικού χάρτη της περιοχής με τη δημιουργία τετελεσμένων μέσω της εκδίωξης του γηγενούς κουρδικού πληθυσμού από τις εστίες του καθώς και η ανάδειξη της Άγκυρας σε “γεωπολιτικό παίκτη” στη Μέση Ανατολή.

Έπειτα από την τραγική εμπειρία των Κούρδων του Αφρίν, που αφέθηκαν μόνοι τους να εξοντωθούν από τις τουρκικές δυνάμεις και τους συμμάχους τους, οι Κούρδοι της βορειοανατολικής Συρίας, σύμμαχοι ως τώρα των ΗΠΑ και της Δύση,ς δεν καθησυχάζονται πλέον από τα λόγια του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάικ Πομπέο για τη “σημασία της διασφάλισης ότι οι Τούρκοι δεν θα σφάξουν τους Κούρδους”, και για την “προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων στη Συρία”, που υποτίθεται πως θα εξασφαλίσει η Ουάσιγκτον βασιζόμενη στις υποσχέσεις του Ερντογάν ότι “θα συνεχίσει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας στη Συρία”. Μόνο που όταν η Άγκυρα κάνει λόγο για “τρομοκράτες” στη Συρία αναφέρεται κυρίως στους Κούρδους του YPG και όχι στους Τζιχαντιστές του ισλαμικού κράτους.

Η Τουρκία του Ερντογάν επιθυμεί διακαώς να επιτεθεί σε όλους τους Κούρδους της Συρίας και να εφαρμόσει ενδεχομένως την ίδια πολιτική αποκουρδοποίησης που εφάρμοσε στο Αφρίν (εκδίωξη Κούρδων και εγκατάσταση Τουρκομάνων και Σύρων Σουνιτών εποίκων στις περιοχές τους), ώστε να αποφύγει τη δημιουργία στα νότια σύνορα της μιας ακόμη κουρδικής κρατικής οντότητας η οποία θα αναζωογονήσει και τις αποσχιστικές τάσεις των Κούρδων της νοτιοανατολικής Τουρκίας, που είναι και ο μεγαλύτερος εφιάλτης της Άγκυρας. Αυτό βέβαια είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και μοιάζει σα να ρίχνει κανείς κι άλλο πετρέλαιο στη “γεωπολιτική φωτιά” της Μέσης Ανατολής, όπου πλέον συγκρούονται οι σφαίρες επιρροής πολλών περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων.

* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Πηγή tvxs