Πλανήτης

[ Ζαχαρίας Κατσακός / Ελλάδα / 04.08.19 ]

Υπάρχει αυτοάνοσο έγκλημα;

Κάθε μέρα που περνά πεθαίνω. Διψώ από οξυγόνο κι από καθαρό φως. Τα πόδια μου πλημμύρισαν από στάχτες υγρές. Το νερό έφτασε μέχρι τη μέση του σώματός μου. Πλημμυρίζω. Είμαι στη μέση ενός ορίζοντα που χάσκει στο χάος. Τη μια πνίγομαι από νερό, την άλλη ζεσταίνομαι τόσο πολύ από μολυσμένη φωτιά. Έχω πυρετό. Προχθές, λίγο πιο πάνω από το κέντρο μου, αριστερά κάτω από την καρδιά, η θερμοκρασία μου ξεπέρασε τους 42 βαθμούς. Είμαι ο πλανήτης.

Νιώθω πως πάνω μου δεν περπάτησε ποτέ ο Καντ. Ποτέ ίσως ένας homo άνθρωπος. Πάνω μου όμως ζουν επτά δισεκατομμύρια Homines Sapientes. Επτά δισεκατομμύρια σκεπτόμενοι άνθρωποι. Για ποια θεωρία γνώσης να σου μιλήσω; Για ποιον υπερβατολογικό ιδεαλισμό; Για ποιαν αιώνια Ειρήνη;

Κάθε φορά που γυρίζω πλευρό να κοιμηθώ, πονά όλο μου το σώμα. Στα βόρεια, τα μαλλιά μου στάζουν πάγο που λειώνει σταγόνες άνθρακα. Στα νότια υπάρχει ένα κενό. Είμαι πλέον ένα ανθρώπινο κενό χωρίς υπέρβαση. Μα πού βρέθηκε τόσος ίλιγγος ανοησίας και άπνοιας μέσα στους ανέμους;

Σκέπτομαι πως δολοφονήσατε τις μνήμες μου.

Ο ήλιος με τυφλώνει, ρημάζουν των ζώων οι σιωπές. Σε ποιον αλιγάτορα τώρα θα αποθέσω το λευκό μου σώμα και ποια σημαία θα σηκώσω παιανίζοντας τις ασύλητές μου λέξεις; Τρύπησαν το σώμα μου, έσκαψαν βαθιά μέσα μου, τράβηξαν όλο το μαύρο μου αίμα, το πούλησαν μέσα σε βαρέλια, το έκαναν σίδερα, λάστιχο, το έβαλαν σε τεράστια πλοία, το βύθισαν στις πιο κοντινές θάλασσες. Τα ψάρια μου είναι νεκρά σε παραλίες χωρίς άμμο. Ο λαιμός μου ένα φουγάρο θάνατος, ένας καπνός από τρύπιο μηδέν. Εδώ και χιλιάδες χρόνια σάς άφησα να αναπνέετε και να λούζεστε στις λίμνες μου με τις γυάλινες μέδουσες.

«Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» είπες Καρτέσιε.

Η μυρουδιά από τα κομμένα χέρια μου, τα δέντρα, με πνίγει. Τα έκοψαν τα δέντρα μου. Στη Σιβηρία ο φλοιός της Τάιγκα καίγεται, δεν άφησαν σπόρους στο σώμα μου για να ξαναγεννηθώ. Καίγεται το πράσινο μου σώμα. Στα Βόσγια βουνά τα έλατά μου αλλάζουν χρώμα, γίνονται κόκκινα, στο Καντόνι Γιούρα οι οξιές σαλπίζουν το ξερό τους δάκρυ σαν ρετσίνι που ξέμεινε τυφλό στα χέρια ενός κομπολογιού …

Μέσα μου θα μπω για να κρυφτώ. Σαν το στρείδι θα αποθέσω το σώμα μου αποθεώνοντας τον νεκρό άνθρωπο - πίθηκο μέσα στο μνήμα του. Δεν σκέφτομαι, άρα υπάρχω.

Πεθαίνω σαν Πλανήτης. Αγέρωχος, υπερήφανος, θαρραλέος, προχωρώ σε εκατόμβες θραυσμάτων από χώμα και αμείλικτο τρόμο. 

Τώρα φτιάχνετε όνειρα από σιδερένια πουλιά για να ταξιδεύουν στα άστρα ψάχνοντας νέους πλανήτες. 

Δολοφονήσατε και τη δική σας μνήμη.

Ακόμα και τη ζωή την κάνατε αυτοάνοσο νόσημα. Η ζωή επιτίθεται στο Χάος. Χωρίς ενοχές. Χωρίς αυταπάτες. 

Υπάρχει αυτοάνοσο έγκλημα;  

Κάποια αυτοάνοση, έστω, αντίδραση;