Πιάστε μάγκες τα γιοφύρια

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 16.03.18 ]

Κάτι ρεμπέτικα τραγούδια λαλούν ακόμη στο μυαλό μου. Κληρονομιά του άλλου μου παππού, του άκληρου αδελφού του παππού μου, που τον είχαμε κι αυτόνα σαν παππού. Ρεμπέτης στα νιάτα του. Κυνηγημένος για τα πολιτικά και τα γκομενικά του. Ιδιότροπος και ωραίος. Για να μη γεράσει μόνος, πήγε πενηνταπεντάρης και παντρεύτηκε. Αλλά τον βρήκε μπόσικο η γυναίκα του, ό,τι ήθελε τον έκανε. Μόλις που ’χα αρχίσει εγώ να καταλαβαίνω τι μου γινόταν, με έστηναν απέναντι στον καναπέ, μη το ’να και μη το άλλο. Δεν άντεχα το κήρυγμά τους κι αραίωσα σιγά σιγά τις επισκέψεις μου. Είχα πια μεγαλώσει για τα καλά. Μόνο στα πολύ στερνά του, όταν τον χτύπησε ο καρκίνος, κι έτρεχα μαζί του στους γιατρούς τα ξαναβρήκαμε. Τον φόρτωνα πού και πού στο αυτοκίνητο για να του κάνω βόλτες στα πέριξ του χωριού, άναβα τσιγάρο και του έβαζα τα πιο βαριά ρεμπέτικα, ακούγοντάς τον σε όλη τη διαδρομή να λέει για γυναίκες, μπουζούκια, ναργιλέδες και χασίσια. Ακόμη αλιεύω από τις αφηγήσεις του.