Πετροπόλεμοι

[ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 06.11.18 ]

Τότε ήταν ακόμη πολύς κόσμος εδώ. Καμιά εκατοστή παιδιά μετρούσε το δημοτικό. Στη μέση ακριβώς του χωριού υπήρχε ένα ξερό ρέμα. Κάτι σαν φυσικό σύνορο: από δω ο πάνω μαχαλάς και από κει ο κάτω μαχαλάς. Σε όλα τα παιχνίδια μας έτσι χωριζόμασταν. Μεγάλο μίσος είχαμε αναμεταξύ μας. Ξεκινούσαμε με κρυφτό ή κεραμιδάκια ή πολεμικά ή μπάλα, αλλά πάντα κάποιος έβγαινε αδικημένος και καταλήγαμε σε πετροπόλεμο. Ξαμολημένοι από το πρωί μέχρι το βράδυ στους δρόμους, δεν προλάβαιναν από τα χωράφια να ασχολούνται οι γονείς μας. Έπεφτε η πέτρα σύννεφο σχεδόν κάθε μέρα. Το σημάδι που ’χω στο μέτωπο από τέτοια πέτρα είναι. Ούτε που μπορώ να φέρω στο μυαλό μου ποιος την εκσφενδόνισε και γιατί μαλώναμε, το μόνο που θυμάμαι είναι η πλάτη της γιαγιάς μου, έτσι όπως με βρήκε πεσμένο στο χώμα και με φορτώθηκε από πίσω. Είχα πιαστεί από τον λαιμό της, το αίμα έτρεχε στην πλάτη της και εγώ την άκουγα να βρίζει θεούς και δαίμονες μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι.

Πάει τέσσερις δεκαετίες από τότε. Στο μεταξύ  έφυγαν όλοι, άδειασε το δημοτικό, τα παιδιά του πάνω και του κάτω μαχαλά δεν μπορούν ούτε ένα ταξί πλέον να γεμίσουν. Μένει η εικόνα του ίδιου ακριβώς παιδιού που, παρότι πενηντάρισε σχεδόν, συνεχίζει να είναι μπρούμυτα πεσμένος στο χώμα με το μέτωπο ανοιγμένο από πέτρα και αίματα στα πρόσωπο. Κάθεται εκεί και περιμένει τη γιαγιά του να έρθει από στιγμή σε στιγμή για να φορτωθεί στη ράχη της τις νέες ήττες του και να τον τριγυρίσει στους δρόμους βρίζοντας θεούς και δαίμονες, έστω και αν ξέρει πολύ καλά ότι πέρασαν στην ιστορία εκείνες οι μοναδικές  πόντιες γιαγιάδες.

Καιρός λοιπόν να σηκωθεί. Κάποιοι άλλοι/-ες έχουν δικαίωμα στους δικούς τους μύθους. Κάποιοι άλλοι/-ες έχουν δικαίωμα στη δική του ράχη.