Πενήντα χρόνια TV

[ Φοίβος Γκικόπουλος / Ελλάδα / 28.09.18 ]

            Το ότι η τηλεόραση είναι ήδη ιστορία, δηλαδή παρελθόν, χαμένος καιρός που πρέπει να ξαναβρούμε, ξένο και απόμακρο αντικείμενο που πρέπει να μελετήσουμε, να καταλάβουμε, να ταξινομήσουμε, να ερμηνεύσουμε, είναι γεγονός που μπορεί να προκαλέσει έκπληξη, ίσως και λίγο φόβο. Για τη γενιά που την είδε να γεννιέται στις αρχές της νιότης της, δηλαδή τη γενιά που συνόδευσε την Ελλάδα από τη δικτατορία ως σήμερα, και που είναι υπεύθυνη για όλα (ή σχεδόν όλα) όσα συνέβησαν, η τηλεόραση είναι τελεσίδικα το παρόν, κάτι το ακαθόριστο, ακόμη αβέβαιο, συγκεκριμένο και πραγματικό (όπως ακριβώς το παρόν), ένα σύνολο συνηθειών, γεγονότων, ονομάτων, που δεν φωτίζεται από την απόσταση και δεν καθαγιάζεται από την επιλογή.

            Αν και η κοινωνιολογία μας έχει συνηθίσει να χωρίζουμε στα δυο, ή καλύτερα να διπλασιάζουμε, αυτό που συμβαίνει (κι ενώ συμβαίνει) στην περιγραφή των γεγονότων και στην επεξεργασία των εννοιών, να κάνεις ιστορία πάνω στην τηλεόραση, είναι σαν να σκέφτεσαι ότι έμεινες μετεξεταστέος στο γυμνάσιο ή τις διακοπές στη θάλασσα. Προκαλεί γέλιο. Ούτε που το πιστεύεις.

            Κι όμως είναι λάθος, ένα περίεργο λάθος, που ίσως οφείλεται σε μια υπερβολική οικειότητα, ή ίσως σε μια αντίδραση μετριοφροσύνης. Όσο ζούμε, εμείς για τους εαυτούς μας είμαστε εμείς, πάντα και μόνον εμείς, πάντα πέρα από την ιστορία ακόμη κι από το χρονικό, μέσα σ' εκείνη τη διάσταση, ανεξήγητη και ανεκτίμητη (πολύτιμη για μας αλλά δίχως αξία για τους άλλους), που είναι η ίδια μας η ύπαρξη. Γινόμαστε ιστορία, δηλαδή κάτι άλλο, όταν πεθαίνουμε. Αλλά για τους άλλους.

            Για τους αρχαίους η historia ήταν magistra vitae, ίσως γιατί είχαν λίγη στις πλάτες τους. Αλλά ένας φιλόσοφος, βαθύς γνώστης της αρχαίας ιστορίας, έφτασε στην κατάληξη ότι όποιος μελετά την ιστορία μαθαίνει μόνο την ιστορία, δηλαδή μαθαίνει να γνωρίζει μόνο το παρελθόν, όχι μόνο να μην προετοιμάζει, αλλά και να μην προβλέπει το μέλλον.

            Η ιστορία των τηλεοπτικών εικόνων, είναι ιστορία ενός παρατεταμένου χθες και σχεδόν πάντα ενός παρόντος που μεσουρανεί (για μας), έτσι ώστε να καταλήγει αυτοσυνείδηση ή ψυχόδραμα. Αυτή την ιστορία μπορούμε να τη δούμε με δύο τρόπους: από έξω, όταν ταυτιζόμαστε με τα αντικείμενα της διασκέδασης και της τηλεοπτικής πληροφόρησης, και τότε γίνεται εμφανής η αδυναμία της τηλεόρασης να επηρεάσει τις ιδέες μας, ή από μέσα, ως υποκείμενα, ως παραγωγοί ιδεών, και τότε αντιλαμβανόμαστε τη δική μας αδυναμία, μιας ολόκληρης κουλτούρας, και μιας ολόκληρης γενιάς, να παράγουμε ιδέες.

            Τελικά: η τηλεόραση γλιστρά από το κεφάλι και την καρδιά, και σταματά στο στομάχι του κόσμου. Δεν μας κάνει να κουνούμε τους γλουτούς, αλλά ούτε και τις ιδέες, ενώ μας αναστατώνει τα σωθικά. Δεν ακουμπά τη συνείδηση, αλλά χαϊδεύει το υποσυνείδητο. Και το υποσυνείδητο, έτσι και μπει σε κίνηση, κανείς δεν ξέρει πού θα σταματήσει. Συχνά, απ' ότι φαίνεται, περιφέρεται εδώ κι εκεί. Το κοινό είναι στην πραγματικότητα πιο μυστηριώδες από τους εξουσιαστές του.

            Αυτή η παρατήρηση, αν είναι σωστή, είναι παρήγορη. Εδώ, τώρα, η ιστορία θα πρέπει να γίνει λίγο magistra, να μας διδάξει κάτι το χρήσιμο. Το κοκτέιλ των συστατικών που επιδρούν στη συνείδηση των πολιτών είναι, ευτυχώς, ένα απρόσωπο μυστικό. Κανείς δεν γνωρίζει τον μπάρμαν σε θέση να το ετοιμάσει.